Σπιναλόγκα, αγάπη μου

11.11.2010
Eβλεπε τη Σπιναλόγκα από την παραλία της Πλάκας μέσα από τη βάρκα του πατέρα του, που μετέφερε τρόφιμα, νερό, φάρμακα και ό,τι άλλο χρειάζονταν οι... περίεργοι κάτοικοι αυτού του νησιού. Έτσι τουλάχιστον φάνταζαν στα μάτια του 10χρονου αγοριού όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έδειχαν παραμορφωμένοι, λόγω της αρρώστιας. Έφταναν με τη βάρκα μέχρι την παραλία, αλλά δεν είχε πατήσει το πόδι του εκεί... Το νησί όμως φάνταζε πανέμορφο και τον είχε μαγέψει. Δεν έφευγε ποτέ από το μυαλό του. Πόσο μάλλον όταν ήρθαν στα χέρια του οι σημειώσεις του γιατρού Γιώργου Παπαδάκη, διευθυντή του νοσηλευτηρίου του νησιού, ο οποίος από λάθος διάγνωση βρέθηκε για δύο χρόνια στη Σπιναλόγκα. Όλο αυτό το υλικό ο Γιώργος Πρατσίνης το χρησιμοποίησε στο βιβλίο του «Ο γιατρός της Σπιναλόγκας».

Από τη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΩΣΤΟΡΡΙΖΟΥ

Κύριε Πρατσίνη, ποια είναι η σχέση σας με το νησί;

«Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος στη Σπιναλόγκα. Οι υπηρεσίες βέβαια του νησιού ήταν απέναντι, στην Πλάκα. Εκεί ήταν αποθηκάριος και είχα άμεση επαφή με τους ανθρώπους που πήγαιναν στο νησί, που έρχονταν κ.λπ. Επίσης, πολλές φορές, επειδή πήγαινα στο δημοτικό σχολείο εκεί και δεν είχε πού να με αφήσει ο πατέρας μου, με έπαιρνε στη βάρκα. Ήταν με τέσσερα κουπιά και μετέφερε κάθε πρωί και κάθε απόγευμα τους υπαλλήλους, το γιατρό, τα τρόφιμα. Μου απαγόρευαν όμως να βγω από τη βάρκα, γιατί τότε υπήρχε η γνώμη ότι η λέπρα ήταν μεταδοτική και γι’ αυτό τα παιδιά απαγορευόταν να πατήσουν στο νησί. Όταν έμενα λοιπόν στη βάρκα, έβλεπα τους λεπρούς χωρίς χείλια, χωρίς αφτιά, χωρίς τσίνορα. Δεν σας κρύβω ότι είχα τρομάξει».

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη Σπιναλόγκα; Τι τόπος είναι;

«Εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί της. Έκανα κι ένα ντοκιμαντέρ το 1967-70, το "Σπιναλόγκα, αγάπη μου", με τα μάτια ενός 10χρονου παιδιού. Ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβω στο χωριό μου και να μην πάω στη Σπιναλόγκα. Το νησί αυτό έχει μια φανταστική παρουσίαση. Το απόγευμα από την πλευρά της Πλάκας ορθώνονται πανύψηλα βουνά. Ο ήλιος, λοιπόν, έδυε πίσω από τα βουνά κι επειδή απέναντι, στην Πλάκα, που μέναμε, δεν είχε ήλιο, φαινόταν φωτισμένη η Σπιναλόγκα. Εγώ την έβλεπα σαν ένα τρικάταρτο πλεούμενο με άσπρα πανιά να ταξιδεύει στη γαλάζια θάλασσα. Όταν πηγαίνω εκεί, κουβεντιάζω με τις πέτρες, τα ξύλα, τις πόρτες, τα πελέκια, όλα. Μου μιλάνε και τους μιλάω, τους λέω τον πόνο μου και μου λένε το δικό τους. Τους λέω τη φαντασία μου, τα ονείρατά μου».

Γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο; Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη Σπιναλόγκα; Κάνατε έρευνα πριν;

«Το 1951 ήμουν στρατιώτης και τότε οι αδειανές ώρες ήταν αρκετές. Είχα μάθει κάτι λίγα ιταλικά από τον καιρό της Κατοχής και έπιασα και έγραψα ένα γράμμα σ’ ένα περιοδικό στην Ιταλία. Έγραψα ότι είμαι φοιτητής της Γεωπονίας και ζητώ αλληλογραφία με Ιταλούς και Ιταλίδες φοιτήτριες για να βελτιώσω τα ιταλικά μου. Πήρα 250 γράμματα! Ένα από αυτά μου το έστειλε μια κυρία από το Τορίνο, με την οποία κρατάω μέχρι σήμερα σχέσεις, 50 χρόνια τώρα. Το 1975, λοιπόν, άρχισε να μου λέει: "Γιώργο, θα γράψεις για τη Σπιναλόγκα;". Αυτή δεν έχει πάει ποτέ, ούτε την έχει δει. "Τι να γράψω;" έλεγα εγώ, αλλά αυτή συνέχεια: "Έγραψες;" - "Γράφεις;" - "Άρχισες;". Για να γράψω λοιπόν χρειαζόμουν στοιχεία, τα οποία δεν υπάρχουν. Μόνο όσα έχουν γραφτεί. Τότε λοιπόν με πήρε τηλέφωνο ο Μανώλης Φουντουλάκης και μου είπε: "Γιώργο, διάβασα το βιβλίο σου, «Το Άγιον Όρος της Κρήτης», και θέλω να γράψεις και για τη Σπιναλόγκα. Θα σου στείλω εγώ στοιχεία". Μου έστειλε και ανάμεσά τους ήταν και το ημερολόγιο του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, του τελευταίου λεπρού που γιατρεύτηκε. Έπιασα και το διάβασα και σκέφτηκα ότι ήταν το προαίσθημα της Ιταλίδας».

Το βιβλίο σας αναφέρεται στην ιστορία του διευθυντή του νοσηλευτηρίου, του γιατρού Γιώργου Παπαδάκη, ο οποίος ήταν για τους έγκλειστους ο άνθρωπός τους. Τι άνθρωπος ήταν;

«Ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος».

Και για δύο χρόνια μπήκε στο νησί;

«Ο γιατρός από μια λάθος διάγνωση βρέθηκε για δύο χρόνια στο νησί, αλλά τελικά απέδρασε. Το έσκασε με σκοινί από το τείχος, χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του, και κολύμπησε 800 μέτρα, για να βγει απέναντι, στην Ελούντα».

Υπήρχαν άλλοι που αν και δεν ήταν άρρωστοι ζούσαν στη Σπιναλόγκα;

«Υπήρχε ένας παπάς, υγιής. Είχαν κάνει αίτηση στο δεσπότη να τους πάει έναν παπά για να τους θάβει, να τους βαφτίζει και να τους στεφανώνει. Και βρέθηκε ένας. "Εγώ θα πάω", είπε. "Πού θα πας", του λέγανε, "στους λεπρούς; Θα πας να κολλήσεις κι εσύ και να γίνεις σαν κι αυτούς;"».

Έκαναν και γάμους, γεννιόντουσαν και παιδιά. Κανονικά απαγορευόταν να κάνουν παιδιά, έτσι δεν είναι;

«Εκεί ήταν το μεγάλο δράμα. Μόλις γεννιόταν ένα παιδί μέσα στο λεπροκομείο από λεπρούς γονείς, ήταν υγιές. Όταν διαπιστωνόταν ιατρικά και με εξετάσεις ότι πράγματι δεν είχε το μικρόβιο της λέπρας, το κράτος ήταν υποχρεωμένο να το απομονώσει. Να μην κολλήσει. Και το έπαιρνε. Και το έχαναν οι γονείς του! Εκεί ήταν το δράμα των γονέων, να βλέπουν το παιδί τους να απομακρύνεται με τη βάρκα και να μην το ξαναδούν ποτέ».

Πώς γινόταν οι άρρωστοι που βρίσκονταν στη Σπιναλόγκα να αγαπήσουν τον τόπο και να κάνουν καφενεία και γλέντια και να έχουν χαρές μαζί με τα βάσανα.

«Θυμάμαι μια φορά ότι ακούγαμε πιστολιές. Όλοι ξαφνιαστήκαμε. Στη Σπιναλόγκα υπήρχε αστυνομικό τμήμα. Ξαφνιάστηκαν, λοιπόν, και πήγαν να δουν. Ήταν ένας γάμος. Ο γάμος εκεί γινόταν τη μια Κυριακή και το γλέντι κρατούσε μέχρι την άλλη Κυριακή, που γινόταν ο αντίγαμος. Το τι γλέντια γίνονταν δεν λέγεται. Μέσα στην αθλιότητα που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι...».

Είχαν και πολύ καλή οικονομική κατάσταση οι λεπροί...

«Βέβαια. Πρέπει να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια το μηνιάτικο στους λεπρούς ήταν 350 δρχ. Τότε ήταν πολλά λεφτά. Είχαν πάρει μια οικονομική ανάσα και άρχιζαν να ντύνονται με την τελευταία λέξη της μόδας, με αγγλικά κασμίρια, με παπούτσια. Ζούσαν καλά».

Η κατάσταση της ευμάρειας ώθησε και κάποιες γυναίκες να πάνε στο νησί κι ας μην ήταν άρρωστες;

«Είναι αλήθεια αυτό. Πήγαν πολλές γυναίκες υγιείς, τους έπλεναν και τους περιποιούνταν. Οι λεπροί πλήρωναν τότε, αφού είχαν λεφτά».

Υπήρχαν κάποια στιγμή και άνθρωποι που δεν ήταν λεπροί μέσα στη Σπιναλόγκα, προκειμένου να μην κλείσει το λεπροκομείο;

«Η λέπρα καταπολεμήθηκε το 1952 με τα αντιβιοτικά. Οι δοκιμές που είχαν κάνει στη Σπιναλόγκα βγήκαν θετικές, οπότε άρχισαν να φεύγουν. Τότε όμως οι 300 αυτοί άνθρωποι είχαν ανάγκες. Δηλαδή, ήθελαν ψωμί, τυρί, βούτυρο, λάδι, κρέας. Τα γύρω χωριά λοιπόν οικονομικά στηρίζονταν στη Σπιναλόγκα. Εάν το 1952 έδιωχναν απότομα τους λεπρούς, αυτά τα γύρω χωριά τι θα γινόντουσαν; Καθυστέρησαν, λοιπόν, το κλείσιμο μέχρι το 1957. Έδιωχναν τους λεπρούς λίγους λίγους, για να μη φανεί ο οικονομικός αντίκτυπος στα χωριά γύρω γύρω».

Όταν πάρθηκε η απόφαση να κλείσει το λεπροκομείο, τι συνέβη;

«Όταν έκλεισε, ήταν το μεγάλο "έγκλημα". Όταν το 1957 εγκαταλείφθηκε και δεν υπήρχε κανείς πάνω στο νησί, κάποιοι λεηλάτησαν τη Σπιναλόγκα. Η Σπιναλόγκα είναι ένα μουσείο. Είναι κάτι το καταπληκτικό. Οι Βενετοί είχαν βάλει όλη τους την αριστοτεχνική ευαισθησία και καλλιτεχνικότητα για να φτιάξουν αυτά τα κτίρια. Βλέπεις το τείχος και σου μιλάει. Δεν μπορείς να μη θαυμάσεις την αρχιτεκτονική του χώρου, τη σεβάστηκαν οι Ενετοί μαστόροι. Και σήμερα το νησί έχει 300.000 επισκέπτες».