Το Χυμαδιο

16.10.2008
Σα να λέμε, είναι η εποχή που ο μετέπειτα σκηνοθέτης του «Χυμαδιό» πήρε το απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που ο νεοεκλεγείς συντηρητικός δήμαρχος Ρούντολφ Τζουλιάνι άρχισε να σκορπίζει έναν αέρα πολιτικής ορθότητας στην πόλη και που οι ήχοι της χιπ-χοπ έντυσαν μουσικά μερικές εστίες μάταιης αντίστασης.

Κρατάμε τις πρώτες λέξεις της παραπάνω σύνοψης: είναι το καλοκαίρι του 1994 στη Νέα Υόρκη. Σα να λέμε, είναι η εποχή που ο μετέπειτα σκηνοθέτης του «Χυμαδιό» πήρε το απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που ο νεοεκλεγείς συντηρητικός δήμαρχος Ρούντολφ Τζουλιάνι άρχισε να σκορπίζει έναν αέρα πολιτικής ορθότητας στην πόλη και που οι ήχοι της χιπ-χοπ έντυσαν μουσικά μερικές εστίες μάταιης αντίστασης.

Με αυτούς και μόνο τους ήχους ο Τζόναθαν Λέβιν θα μπορούσε να δημιουργήσει το «Χυμαδιό», ένα φιλμ με εκκίνηση ξεκάθαρα αυτοβιογραφική, που ενώνει ωστόσο τη δική του νοσταλγική φωνή με ένα ολόκληρο 90s nostalgia ρεύμα που ανδρώνεται σταδιακά, προϊούσης της απαραίτητης χρονικής απόστασης. Κι αν αυτή ακριβώς η ένωση κατάφερε να χαρίσει στην ταινία το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Σάντανς και μια μαζική απήχηση εν γένει στο αμερικάνικο κοινό, λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι σε αισθητικό επίπεδο. Διότι ο Λέβιν ίσως και να ήταν έτοιμος να αναζητήσει τον καθαρά προσωπικό του χαμένο χρόνο, να φιλμάρει τη γεύση ενός φιλιού στο Σέντραλ Παρκ, την εντύπωση που αφήνει το φως των τελευταίων καλοκαιρινών ημερών, και εκείνη την καταραμένη αλλά υπέροχη αμφιθυμία που συνοδεύει το τέλος της εφηβείας.

Εν ολίγοις, ίσως και να ήταν έτοιμος να δώσει ένα έργο αν όχι ιμπρεσιονιστικό, σε κάθε περίπτωση απαλλαγμένο από τον εναλλακτικό ακαδημαϊσμό α λα Σάντανς. Που αν και «ανεξάρτητος» (...) παραμένει ακαδημαϊσμός, υποταγμένος σε μια δήθεν καθαρότητα φόρμας και ρυθμού, σε μια σοβαροφανή αναίρεση της πολιτικής ορθότητας και κυρίως σε μια τυποποιημένη αντίληψη της μελαγχολίας ως βαρετής υποτονικότητας.

Κωνσταντίνος Σαμαράς

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ