Φούντας: Ο λεβέντης του ελληνικού κινηματογράφου

03.12.2010
Άλλος ένας μεγάλος της χρυσής εποχής του Τζαβέλα και του Φίνου, άλλο ένα γνήσιο αρσενικό, ο Γιώργος Φούντας, «έφυγε» για πάντα. Με αξιοπρέπεια και σεβασμό, έτσι όπως έζησε. Ένας πραγματικά υπερήφανος άνθρωπος και ηθοποιός!

Από τη ΣΙΣΣΥ ΜΕΝΕΓΑΤΟΥ

Θυμάμαι τον πρωτοσυνάντησα στο ασανσέρ του υπουργείου Πολιτισμού, πριν από περίπου μια εικοσαετία. Ήταν τόσο ευγενής και τζέντλεμαν. Του κράτησα την πόρτα με σεβασμό να περάσει, αλλά εκείνος μου είπε: «Παρακαλώ, δεσποινίς μου», γνέφοντάς μου να περάσω πρώτη. Τα έχασα. Ένας μύθος στεκόταν μπροστά μου και μάλιστα μου έδινε προτεραιότητα. «Σας ευχαριστώ», ψέλλισα. Πέρασαν μόλις ελάχιστα λεπτά μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας. Εκείνος, απ’ ό,τι κατάλαβα, πήγαινε να συναντήσει την καλή του φίλη Μελίνα Μερκούρη και να της πει ένα «γεια», γιατί ποτέ δεν της είχε ζητήσει κάτι για τον εαυτό του.

Πώς είστε; τόλμησα να τον ρωτήσω.

Καλά, όσο θέλει ο Θεός, καλά, μου είπε.

Τον κοίταζα. Αν και τα χρόνια και τα προβλήματα υγείας τον είχαν «βαρύνει», διατηρούσε όλη αυτή τη λεβεντιά του αξιοπρεπούς ανθρώπου και του άντρα που έκανε χιλιάδες γυναικείες καρδιές να σκιρτήσουν όταν έπαιζε στη «Στέλλα», στο «Κάθαρμα», στην «Κραυγή», στον «Πυρετό στην άσφαλτο», στα «Κόκκινα φανάρια».

Αυτό που θυμάμαι χρόνια μετά ήταν τα μάτια του. Τόσο αγνά, τόσο καθαρά, τόσο σπινθηροβόλα. Είχα πολλές φορές προσπαθήσει να του πάρω συνέντευξη. Όμως, εκείνος ήταν κάθετος. Δεν έδωσε ποτέ συνέντευξη, και αυτό ήταν στάση ζωής! Όπως και το ότι δεν μπλέχτηκε με τη σοουμπίζ. Δεν πήγε ποτέ σε εκδηλώσεις, δεν έκανε ποτέ δημόσιες σχέσεις, δεν αναλώθηκε σε «κόλπα» δημοσιότητας.

Οι φίλοι που αγάπησε είχαν φύγει: η Μελίνα, ο Ζυλ Ντασέν, που τον έκανε πρωταγωνιστή, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Τίτος Βανδής. Κι εκείνος πολλά χρόνια ταλαιπωρούνταν με προβλήματα υγείας, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Άλλωστε, αυτά που πραγματικά ήθελε στη ζωή του, πράγματα απλά, μια σύζυγο-σύντροφο ζωής, τη Χρυσούλα Ζώκα, κι ένα παιδί, τον Πάνο, που έχει πάρει πολλά από τη λεβεντιά του, τα είχε κερδίσει. Όπως και την αγάπη του κόσμου. Όπου κι αν τον έβλεπαν τον χαιρετούσαν με λατρεία. Ήταν ο δικός τους λαϊκός ήρωας.

Η φιγούρα του με το κλασικό μπερεδάκι, η χαρακτηριστική μπάσα φωνή του. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και οι ξένοι παραγωγοί υποκλίθηκαν μπροστά του, όταν τον κάλεσαν στο Λονδίνο για να περάσει δοκιμαστικά για το ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Θα μπορούσε να έχει γίνει και να έχει κάνει διεθνή καριέρα, αν προλάβαινε σε λίγο χρόνο να μάθει καλά αγγλικά. Δεν έγινε. Όμως, ο ίδιος ήταν ευχαριστημένος για όλα αυτά που έζησε. Ακόμα και όταν αναγκάστηκε λόγω της πενιχρής σύνταξης που έπαιρνε ως ηθοποιός να γράψει μια επιστολή στην επιτροπή τιμητικών συντάξεων του υπουργείου Πολιτισμού και να ζητήσει να του αναγνωρίσουν ότι αξίζει να πάρει κι αυτή τη σύνταξη. Ακόμα και τότε δεν ζήτησε από κανέναν να τον βοηθήσει. Πήγε με το σπαθί του, όπως πήγαινε πάντα.

Αυτό ήταν και το παράπονο της Μελίνας, που έλεγε συχνά: «Λέω στον Γιώργο τι να κάνω για εκείνον, κι αυτός δεν θέλει τίποτα, αλλά ούτε ποτέ μου ζήτησε τίποτα». Τα πάλεψε και τα κέρδισε όλα μόνος του. Από την ημέρα που 12χρονο παιδί δούλεψε στο γαλατάδικο του πατέρα του μέχρι την ημέρα που οι ερμηνείες του στο χρυσό ελληνικό κινηματογράφο έγιναν σήμα κατατεθέν. Όποιον ή όποια συνάδελφό του ρωτήσεις για εκείνον μόνο μια φράση έχουν να πουν: «Λεβέντης στην ψυχή και την τέχνη».

«Μάγκας σε όλα του», είπε συγκινημένη η Ελένη Ροδά.

«Ήταν ο απόλυτος άντρας», πρόσθεσε η Άννα Φόνσου.

«Λεβέντης! Μόνο δυο-τρεις τέτοιους λεβέντες ήξερα στο θέατρο», συμπλήρωσε και η Ελένη Ανουσάκη.

Έτσι λεβέντικα έφυγε. Πήγε να συναντήσει όλους εκείνους τους φίλους και τις φίλες του, που μαζί έγραψαν ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο και έμειναν για πάντα στις καρδιές μας.