Επίσκεψη στο Grimbergen & ιστορίες μοναστηριακής μπύρας αλ Καρούζο

10.10.2015
Πριν λίγες εβδομάδες η Grimbergen, η αγαπημένη μας Βέλγικη μοναστηριακή μπύρα, έδωσε την ευκαιρία στους τρείς Έλληνες ambassadors της, να την επισκεφτούν εκεί που γεννήθηκε: στο Αββαείο του Grimbergen, μισή ώρα έξω απ’ τις Βρυξέλλες.

Σε μάρκες και προϊόντα που αγαπάς και απολαμβάνεις, σε μάρκες με ιστορία και καταβολές, είναι πάντα πολύ όμορφο να πηγαίνεις στη πηγή του μύθου που έχτισαν μέσα στα χρόνια. Να τα βλέπεις εκεί που γεννήθηκαν και να ακούς τις ιστορίες τους από πρώτο χέρι. Να αγγίζεις τους χώρους που παράγονται και να νιώθεις τη θέληση για δημιουργία που κρύβεται πίσω απ’ αυτά.

Γιατί τα προϊόντα που έχουν αξία, δεν είναι απλά πακέτα άψυχης ύλης. Μεταφέρουν τη ψυχή, τα όνειρα, τον κόπο και το μεράκι αυτών που τα πρωτοέφτιαξαν, των ανθρώπων που τα κράτησαν στη ζωή και τα διέδωσαν στον κόσμο. Μεταφέρουν ανθρώπινες αξίες και πολιτισμό.

Τα γαστρονομικά προϊόντα ειδικά, είναι μέσα πολιτιστικής επικοινωνίας και έκφρασης που καλύπτουν ανάγκες και επιθυμίες, τόσο αυτών που τα καταναλώνουν, όσο και αυτών που τα κατασκευάζουν, μεταφέροντας τις αξίες και τον χαρακτήρα του τόπου τους. Και αυτό, καλά θα κάναμε να το καταλαβαίναμε καλά και σε βάθος στη χώρα μας, αντί να τα βλέπουμε μόνο ως εμπορικά σήματα και φορολογητέα ύλη.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις και προδιάθεση έφτασα στο Grimbergen, για να γνωρίσω τις ρίζες της αγαπημένης μου μοναστηριακής μπύρας. Η μπαρόκ εκκλησία δέσποζε στη κορυφή του λόφου με ένα εντυπωσιακό καμπαναριό όπου το περίβλεπτο ρολόι νιώθεις ότι δίνει ρυθμό στο χωριό. Δίπλα της, το αβαείο, όπου διαμένουν οι μοναχοί και πιο κάτω οι χώροι όπου μέχρι πρόσφατα παραγόταν η διάσημη μπύρα και σήμερα είναι μουσείο, μπυραρία και εστιατόριο.

Όπως μας είπε ο πατήρ Έρικ, το αβαείο του Grimbergen ιδρύθηκε από τον Άγιο Νόρμπερτ εκ Βεστφαλίας και πρωτολειτούργησε το 1128. Αυτό που χαρακτηρίζει όμως την ιστορία του Grimbergen είναι η φωτιά και η αναβίωση. Το αβαείο κάηκε ολοσχερώς λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του αλλά ξαναχτίστηκε χάρη στην αίσθηση αποστολής και το πείσμα των μοναχών του, το 1142. Η ιστορία αυτή επανελήφθη δυο ακόμη φορές μέσα στους αιώνες, καθώς ξανακάηκε και επαναδημιουργήθηκε το 1585 αλλά και το 1842. Μάλιστα την τελευταία φορά δεν κατάφεραν να χτίσουν όλη την εκκλησία και στην επίσκεψη είναι φανερό ότι λείπουν περίπου 25 μέτρα απ’ την πλευρά της εισόδου. Το μήνυμα “ενισχύσατε την αποπεράτωση του ιερού ναού” ήρθε στο μυαλό μου όταν ο πατήρ Έρικ μας ανέλυε επισταμένως αυτό το θέμα, αλλά το έσωσε στη πορεία καθώς εξήγησε ότι επειδή είναι πλέον ιστορικό κτίριο δεν επιτρέπεται να γίνει πλέον καμία επέμβαση, έστω και της ολοκλήρωσης βάσει των αυθεντικών ιστορικών σχεδίων που υπάρχουν.

Με βάση αυτή την ιδιαίτερη σχέση με την καταστροφή και την αναζωογόνηση μέσα στα χρόνια (σαν την Ελλάδα ένα πράγμα), οι μοναχοί́ αποφάσισαν να υιοθετήσουν το μυθολογικό έμβλημα του φοίνικα (Phoenix) ως σύμβολο της παντοτινής αναγέννησης του μοναστηριού τους. Τον φοίνικα συμπληρώνει το motto Ardet nec consumitur, που σημαίνει “Καίγεται αλλά δεν καταστρέφεται.

Ένα απ’ τα πιο εντυπωσιακά σημεία...

Ένα απ’ τα πιο εντυπωσιακά σημεία της ιστορίας που μας διηγήθηκε όμως, είναι η σύνδεση του μοναστηριού με την μπύρα και ο λόγος που αυτή ήταν εξαιρετικά σημαντική για τους μοναχούς αλλά και τους κατοίκους της γύρω περιοχής. Λόγος, που δεν είναι ο προφανής ηδονιστικός που έχει να κάνει με τη γεύση και την απόλαυση της μπύρας ως ποτού, αλλά με κάτι που δεν θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου.

Κατά τον μεσαίωνα στη Βόρειο Ευρώπη τα νερά ήταν βρώμικα και μολυσμένα με αποτέλεσμα ο κόσμος να αρρωσταίνει. Το πόσιμο νερό ήταν σπάνιο. Η μπύρα, λόγω της ζύμωσης και του αλκοόλ, έλυνε αυτό το πρόβλημα και έτσι αποτελούσε το ασφαλές υποκατάστατο του πόσιμου νερού για πολλούς αιώνες.

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου λοιπόν και δεν ξέρω αν η αιτιολόγηση αυτή αποτελεί απλά ένα καλό άλλοθι για την παραγωγή της μπύρας, αλλά το αποτέλεσμα μετρά. Και επ’ αυτού οι μοναχοί έκαναν σίγουρα καλή δουλειά. Η μπύρα που παρήγαγαν ιστορικά ήταν η Double Ambrée, η σκούρα δηλαδή μπύρα που αποτελούσε και τη μόνη γεύση μέχρι τον προηγούμενο αιώνα.

Σήμερα η Double είναι μία...

Σήμερα η Double είναι μία διπλής ζύμωσης ale μπύρα με 6,5% αλκοόλ, η οποία ξεχωρίζει για τον κρεμώδη αφρό και το ιδιαίτερο σκούρο κόκκινο χρώμα της.

Όταν η παραγωγή έγινε πιο οργανωμένα και η έμφαση άρχισε να δίνεται στον καταναλωτή και τη γευστική απόλαυση του προϊόντος, η σειρά των παραγομένων μπυρών επεκτάθηκε για να περιλάβει δυο ακόμη μπύρες Grimbergen που εισάγονται στην Ελλάδα και κάποιες πιο εξειδικευμένες που δεν εισάγονται αλλά τις δοκιμάσαμε επί τόπου.

Η μία είναι η Βελγικού τύπου White μπύρα Grimbergen Blanche, με 6% αλκοόλ, που διακρίνεται για το ανοιχτό ξανθό και θολό χρώμα της και τον πλούσιο κρεμώδη αφρό της με έντονο άρωμα εσπεριδοειδών. Η άλλη είναι η πιο κλασική, Grimbergen Blonde, μία απαλή ale μπύρα με 6,7% αλκοόλ, η οποία χαρακτηρίζεται από ξανθό λαμπερό χρώμα, πυκνό κρεμώδη αφρό και χαρακτηριστική γεύση ανανά.

Πέρα όμως απ’ αυτές που τις ξέραμε, δοκιμάσαμε και μια καλοκαιρινή, πολύ φρέσκια Blanche που ήταν ποίημα και ιδιαίτερα ευκολόπιοτη. Επίσης μια πολύ ιδιαίτερη, γλυκιά, σχεδόν «γυναικεία» μπύρα, την κόκκινη Grimbergen Rouge με έντονα αρώματα φράουλας και βατόμουρου και πολύ ερωτικό, λάγνο χαρακτήρα.

Όλα αυτά δοκιμάστηκαν μέσα σε μια αίθουσα στο παλιό εργοστάσιο...

Όλα αυτά δοκιμάστηκαν μέσα σε μια αίθουσα στο παλιό εργοστάσιο όπου ο διάσημος στο χώρο της Βέλγικης μπύρας Ben Vinken, με δικιά του εκπομπή στην τηλεόραση περί μπύρας, μας μύησε στις γεύσεις της Grimbergen και τον σωστό τρόπο να τις απολαύσουμε. Εντυπωσιακή ήταν για μένα, η μεγάλη έμφαση που έδινε στη δημιουργία παχύ αφρού κατά το σερβίρισμα.

Τουλάχιστον δυο δάκτυλα αφρό, στο επίσημο ποτήρι chalice, που είναι εμπνευσμένο απ’ το Άγιο δισκοπότηρο. Μόνο έτσι θεωρούσε ότι μπορείς να απολαύσεις σωστά μια Grimbergen.

Στο κλείσιμο της επίσκεψης στο Grimbergen ακολούθησε ως είθισται, πλούσιο δείπνο όπου κάθε τύπος μπύρας έδενε με διαφορετικές συνταγές. Και κατόπιν αυτού μια εντυπωσιακή παρουσίαση όπου αναβίωσε μπροστά μας η ιστορία με τον φλεγόμενο φοίνικα.

Πέρα απ’ το γεγονός ότι περάσαμε ένα απίθανο διήμερο στις Βρυξέλλες πίνοντας υπέροχες μπύρες με εκλεκτό φαγητό και πολύ κεφάτη παρέα, το ταξίδι αυτό επιβεβαίωσε την αξία μιας μάρκας, όταν αυτή έχει βάθος και ιστορία. Γιατί η Grimbergen δεν θα είχε αντέξει στο χρόνο αν δεν είχε πίσω της την προσπάθεια των μοναχών για ποιότητα και την ταύτισή της με την ύπαρξή τους. Ούτε θα είχε καταφέρει να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο αν δεν είχε ρίζες σε μια τοπική κοινωνία για την οποία ήταν σημαντική.

Περισσότερα θέματα αλ Καρούζο μπορείς να βρεις εδώ.