Καληνύχτα και Καλή Τύχη

17.09.2008
Είναι υπεύθυνος για τρεις από τις καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών («Οι Ανθρωποι Γάτες», «Περπάτησα Μ Ένα Ζόμπι», «Ο Ανθρωπος Λεοπάρδαλη», για ένα από τα κορυφαία νουάρ της δεκαετίας του 50 («Αμάρτημα Του Παρελθόντος») και για την προσωπική σφραγίδα που θα άφηνε ανεξίτηλα γραμμένη πάνω σε όλα σχεδόν τα γνωστά κινηματογραφικά είδη. Ο ίδιος όμως προτιμούσε να ζει πίσω από τα φώτα, στο σκοτάδι όπου έζησαν και πέθαναν οι ήρωες του.

Είναι υπεύθυνος για τρεις από τις καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών («Οι Ανθρωποι Γάτες», «Περπάτησα Μ Ένα Ζόμπι», «Ο Ανθρωπος Λεοπάρδαλη», για ένα από τα κορυφαία νουάρ της δεκαετίας του 50 («Αμάρτημα Του Παρελθόντος») και για την προσωπική σφραγίδα που θα άφηνε ανεξίτηλα γραμμένη πάνω σε όλα σχεδόν τα γνωστά κινηματογραφικά είδη. Ο ίδιος όμως προτιμούσε να ζει πίσω από τα φώτα, στο σκοτάδι όπου έζησαν και πέθαναν οι ήρωες του.

Ανακαλύψτε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών στη ρετροσπεκτίβα που διοργανώνει το 14ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Conn-x.

Ο auteur του σκότους

Ο Πατήρ...
Ο Μορίς Τουρνέρ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 2 Φεβρουαρίου του 1873, γιος κοσμηματοπώλη που ειδικευόταν στην παραγωγή ψεύτικων μαργαριταριών. Ξεκίνησε την καριέρα του στον χώρο των τεχνών εικονογραφώντας βιβλία και περιοδικά, σχεδιάζοντας υφάσματα, δαντελωτές κουρτίνες, σκηνικά και εσωτερικά σπιτιών. Υπήρξε βοηθός του Ροντέν και του Πουβί ντε Σαβάν, έχοντας μετακομίσει με σύσσωμη την οικογένειά του στο αχανές στούντιο του συμβολιστή ζωγράφου. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις καλές τέχνες «...γιατί μου έδιναν περισσότερο πόνο παρά ευχαρίστηση. Η ομορφιά που χανόταν ανάμεσα στο μυαλό που συλλάμβανε την εικόνα και τα δάχτυλα που την εκτελούσαν ήταν ανυπόφορη».

Μετά το στρατό έγινε ηθοποιός. Η γνωριμία του με τον Αντρέ Αντουάν, θρυλική φιγούρα του γαλλικού αβάν γκαρντ των τελών του 19ου αιώνα, τον προήγαγε σε προσωπικό του stage manager, όπου παντρεύτηκε τη σταρ του θιάσου και στις 12 Νοεμβρίου του 1904 απέκτησε το μοναδικό του τέκνο, τον Ζακ. 400 θεατρικά αργότερα αποφάσισε να δοκιμάσει την υποκριτική του στον κινηματογράφο, ενώ το 1912 τον βρήκε ήδη στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Η μετακόμιση της οικογένειας Τουρνέρ στην Αμερική ήταν απόρροια της γλωσσομάθειας του Μορίς, αφού κατέληξε επικεφαλής του αμερικάνικου τμήματος της γαλλικής εταιρείας παραγωγής Compagnie Eclair χάρη στα αγγλικά που είχε μάθει στις περιοδείες του ως ηθοποιός.

Ωστόσο η χολιγουντιανή καριέρα του πατήρ Τουρνέρ έληξε άδοξα μετά από ένα χολιγουντιανό καβγαδάκι. Εν έτει 1926, ο Μορίς είχε ήδη διεισδύσει στην MGM και, όπως χαρακτηριστικά θυμάται ο Ζακ, 4 μέρες μετά την έναρξη ενός γυρίσματος, εμφανίστηκε στο σετ ένας άγνωστος. Ο μπαμπάς Τουρνέρ έβαλε να τον πετάξουν έξω. Ο Λούις Μπ. Μάγιερ τηλεφώνησε έξαλλος πληροφορώντας τον ότι επρόκειτο για τον παραγωγό της ταινίας, που σύμφωνα με τη νέα στρατηγική της MGM, θα επέβλεπε τις κινήσεις του. Την επόμενη μέρα τον ξαναπέταξε έξω. Τρεις μέρες αργότερα, ο Μορίς Τουρνέρ βρισκόταν στο δρόμο της επιστροφής για τη Γαλλία, αφήνοντας όμως πίσω τον γιο του. Οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν δυο χρόνια μετά, όταν ο Ζακ επέστρεψε στην πατρίδα για να εργαστεί ως βοηθός στις γαλλικές παραγωγές του πατέρα του.

Ο Μορίς συνέχισε να γυρίζει πεισματικά ταινίες μέχρι το 1945, όταν παρέδωσε επισήμως τη σκυτάλη στον γιο του με ένα αξιοπερίεργο γράμμα στο έγκριτο κινηματογραφικό περιοδικό της βιομηχανίας Variety, όπου συστηνόταν ως ο Μιχαήλ Αγγελος του σινεμά και υπέγραφε ως Φρανκ Σινάτρα της Ριβιέρας! Η επιστολή απαριθμούσε τις δραστηριότητες του, μακάριζε τα παλιά καλά χρόνια και έκλεινε λέγοντας: «Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που ο γιος μου Ζακ (σκηνοθέτης εκείνη την εποχή για λογαριασμό της RKO) τα πηγαίνει τόσο καλά και του αναθέτουν μεγάλες ταινίες. Είναι πολύ ικανός και ήμουν πάντοτε σίγουρος ότι το είχε μέσα του». Εκείνη την εποχή ο υιός Τουρνέρ είχε ήδη επιστρέψει στην Αμερική και σκηνοθετούσε τη δέκατη μεγάλου μήκους ταινία του. Παρέμεινε περήφανος για τη δουλειά του πάτερα του μέχρι το τέλος της ζωής του, δηλώνοντας ότι «Θα ήμουν ευτυχής αν είχα έστω και το μισό ταλέντο του πατέρα μου».

Υιός...
Στην πραγματικότητα, ο Μορίς αφιέρωνε ελάχιστο χρόνο στον γιο του και η μητέρα του ήταν μια ντίβα του θεάτρου, πλήρως αφοσιωμένη στον άντρα της, που καμία διάθεση δεν είχε να σέρνει μαζί της ένα μικρό παιδί που την έκανε να δείχνει μεγαλύτερη. Η ανατροφή του Ζακ είχε ανατεθεί ανεπίσημα στην Αλσατή μαγείρισσα. Το μεγαλύτερο τραύμα της παιδικής του ηλικίας ωστόσο θα ήταν τα σχολικά του χρόνια: «Ημουν το μόνο παιδί στο σχολείο που φορούσε τιράντες. Ο πατέρας μου ήταν κατηγορηματικός σε αυτό, με αποτέλεσμα τα άλλα παιδιά να περνούν το χρόνο τους τραβώντας τις τιράντες μου. Μετά από λίγο δεν τολμούσα πια να τις φορέσω και πέρασα το υπόλοιπο της χρονιάς συγκρατώντας το παντελόνι με τα χέρια μου! Χάρη σ' αυτή την εμπειρία έμαθα να εισάγω χιουμοριστικές πινελιές στη δραματική κορύφωση μιας ταινίας. Είναι συναρπαστικό να αναμειγνύεις το φόβο με την αίσθηση του γελοίου».

Ο Ζακ ήταν ήδη 21 ετών όταν ο πατέρας του επέστρεψε στη Γαλλία. Ο αποχωρισμός τους ήταν μάλλον σκληρός. «Μου έδωσε ένα χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων και μου είπε δυο λέξεις: βγάλτα πέρα». Ο υιός Τουρνέρ βρήκε δουλειά στην MGM με μισθό 50 δολάρια την εβδομάδα και υποχρεώσεις που ξεκινούσαν από θελήματα κι έφταναν μέχρι το κομπαρσιλίκι. Το 1928, κι ενώ είχε προαχθεί σε βοηθό σκηνοθέτη, ήρθε η πρώτη σύλληψη του για μέθη. Η αδυναμία του στο αλκοόλ είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της. Το 1929 επέστρεψε στην Ευρώπη για να μαθητεύσει δίπλα στον πατέρα του, εκτελώντας χρέη βοηθού σκηνοθέτη στο «Πλοίο Των Χαμένων Ανθρώπων», την πρώτη σημαντική ταινία της Μάρλεν Ντίτριχ πριν τον «Γαλάζιο Αγγελο». Στο Βερολίνο θα παντρευόταν και μια από τις ηθοποιούς του, τη Μαργκερίτ Κριστιάν Βιριντό και, με τελευταία στάση (πριν το Χόλιγουντ) το Παρίσι, θα εργαζόταν ως βοηθός σκηνοθέτη στη γαλλική εταιρεία παραγωγής Πατέ - Νατόν όπου το 1931 θα σκηνοθετήσει και την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το «Un Vieux Garcon».

Τέσσερα χρόνια και αρκετές γαλλικές μικρού μήκους αργότερα, θεώρησε ότι ήταν έτοιμος να επιστρέψει στο Χόλιγουντ. Τα αμερικανικά στούντιο όμως δεν ήταν της ίδιας άποψης. Παρά τη σκηνοθετική του εμπειρία αναγκάστηκε να ξεκινήσει από το μηδέν, υπομένοντας τη σκλαβιά της MGM για πέντε ακόμη χρόνια. Με εβδομαδιαίο μισθό 100 δολάρια εργάστηκε ως σκηνοθέτης δεύτερου συνεργείου και ως σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους εκπαιδευτικού χαρακτήρα, ενώ το 1939 γύρισε ένα εικοσάλεπτο ντοκιμαντέρ για τις αμερικανικές φυλακές. Ο Λουίς Μάγιερ, αφεντικό της MGM, έμεινε τόσο ευχαριστημένος που του ζήτησε να σκηνοθετήσει ταινίες μεσαίου και μεγάλου μήκους, ανάμεσα τους και το εβδομηντάλεπτο «Τhey All Come Οut». Αυτό θα ήταν η αφορμή για να του ανατεθούν οι δύο πρώτες περιπέτειες του ντετέκτιβ Νικ Κάρτερ, δύο ασήμαντες ταινίες που θα άφηναν τον Τουρνέρ ανικανοποίητο. Μέχρι που μπήκε στη ζωή του ο παραγωγός Βαλ Λιούτον...

...και Αγιο Πνεύμα!
Παρά το γεγονός ότι οι ταινίες που έκανε με τον θρυλικό παραγωγό («Οι Ανθρωποι Γάτες», «Περπάτησα Μ Ενα Ζόμπι», «Ο Ανθρωπος Λεοπάρδαλη») ήταν ίσως οι τρεις από τις πέντε σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του, η έλλειψη επιδειξιομανίας εκ μέρους του Τουρνέρ είχε ως αποτέλεσμα οι ταινίες να αποδίδονται περισσότερο στον Λιούτον παρά στον ίδιο. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τους τρομολάγνους τίτλους που του επέβαλαν, η τριλογία παρουσιάζει παντελή έλλειψη τεράτων, δαιμόνων και κάθε είδους φτηνής ανατριχίλας. Μπορεί να διαθέτουν μια εξαιρετική θεματική συνοχή, ωστόσο μετά την ολοκλήρωσή τους ο Τουρνέρ πέρασε σε άλλα είδη και νέες περιπέτειες, ενώ ο Λιούτον πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του προσπαθώντας να αναπαράγει τη μαγεία της πρώτης φοράς.

Υπεύθυνη για το καλλιτεχνικό διαζύγιο του Τουρνέρ με τον Λιούτον ήταν η RKO, που είχε αποφασίσει ότι ο Τουρνέρ ήταν έτοιμος για μεγαλύτερα πράγματα, όπως οι ταινίες που θα τον τοποθετούσαν οριστικά στην Α- list του Χόλιγουντ: μία πολεμική ταινία («Days Of Glory», 1944), ένα κοσμοπολίτικο δράμα εποχής («Πείραμα Στον Κίνδυνο», 1944), το αξεπέραστο νουάρ «Αμάρτημα Του Παρελθόντος» του 1947 και το κατασκοπικό δράμα «Το Εξπρες Του Βερολίνου» του 1948. Ο ίδιος ωστόσο θεωρούσε τον εαυτό του περισσότερο τεχνίτη παρά καλλιτέχνη και αισθανόταν πλήρη ικανοποίηση σκηνοθετώντας ταινίες β διαλογής. Ποτέ δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις και σπανίως είχε στη διάθεσή του μεγάλους προϋπολογισμούς και διάσημους αστέρες. Αρεσκόταν στην εξερεύνηση της απόκρυφης πλευράς της ανθρώπινης φύσης, κάτι με το οποίο οι ομότεχνοί του δεν ασχολούνται ποτέ, ενώ για τον Τουρνέρ αποτελούσε την πεμπτουσία της έβδομης τέχνης.

Τόποι, αντικείμενα και ατμόσφαιρα ήταν ψυχές ζώσες σε όλες τις ταινίες του, ενώ το συναίσθημα και η δραματουργία νυχτοπατούσαν γύρω από τους κεντρικούς χαρακτήρες, αφήνοντας το φυσικό κόσμο να τους επιβληθεί με το αδιαμφισβήτητο βάρος του. Ο Τουρνέρ πάντοτε ηχογραφούσε τον διάλογο σε χαμηλά ηχητικά επίπεδα και ενθάρρυνε τους ηθοποιούς του να παίζουν υποτονικά και να κινούνται πιο αργά απ ότι συνήθιζαν, γι αυτό άλλωστε οι ταινίες του -ανεξαρτήτως είδους- έχουν μια τόσο υπνωτιστική ατμόσφαιρα.

Το ταξίδια του Τουρνέρ στα είδη και στις πόλεις δεν θα σταματούσε όμως εκεί. Φτάνοντας στην Αγγλία, θα σκηνοθετήσει το «Η Νύχτα Του Δαίμονα», ένα ψυχολογικό θρίλερ στο ίδιο πνεύμα με τις συνεργασίες του με τον Λιούτον. Ερήμην του όμως οι παραγωγοί θα προσέθεταν στο φινάλε ένα τέρας (το οποίο θα κυριαρχούσε και στην αφίσα της ταινίας), ακυρώνοντας συλλήβδην το υπαινικτικό πνεύμα που ανέκαθεν υποστήριζε ο Τουρνέρ ως αρχή και τέλος του τρόμου.

Από το 1946 μέχρι και το 1965 θα γύριζε από γουέστερν («Canyon Ρassage», «Wichita», 1955) μέχρι μεσαιωνικές περιπέτειες («Η Φλόγα Και Το Βέλος», 1950) και από εξωτικές περιπέτειες («Τιμπουκτού», 1959) μέχρι έπη για λογαριασμό της Τσινετσιτά («Η Μάχη Του Μαραθώνα», 1959) και ταινίες επιστημονικής φαντασίας («Τhe City Under The Sea», 1965) αλλά και ένα επεισόδιο του τηλεοπτικού «Τwilight Ζone», καθώς και μία κωμωδία τρόμου για λογαριασμό της εταιρείας American International (στην οποία δούλευε την ίδια εποχή ο Ρότζερ Κόρμαν) με τίτλο «Τhe Comedy Of Τerrors» (1964) η οποία θα έφερνε μνήμες από το σκοτεινό παρελθόν του.

Ακόμη όμως και η εργασιομανία του Τουρνέρ αλλά και η εναλλαγή του ανάμεσα σε κινηματογραφικές επιτυχίες, αποτυχίες και μικρά αριστουργήματα, δεν μπορούσε να τον προετοιμάσει για τον χολιγουντιανό κλοιό που είχε αρχίσει να κλείνει ασφυκτικά γύρω του. Οσοι γνώριζαν προσωπικά τον Ζακ, τον περιέγραφαν ως αγαθό γίγαντα (λόγω υπέρμετρου ύψους!) με γαλλική αίσθηση του χιούμορ και ευγενικούς τρόπους, που δεν πρόδιδε ποτέ την παραμικρή υποψία επαγγελματικού άγχους. Τα σετ του ήταν πάντα ευχάριστα και όσοι τον καταλάβαιναν τον αγαπούσαν πολύ. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ελάχιστοι τον καταλάβαιναν πραγματικά.

Σε προσωπικό επίπεδο ήταν πάντοτε ντροπαλός και απολύτως ανίκανος να προωθήσει τον εαυτό του. Αυτή που τραβούσε συνήθως τα βλέμματα ήταν η γυναίκα του, γεμάτη ζωντάνια και εισαγόμενο μπρίο - δηλαδή όλα όσα φαντάζονταν ο μέσος Αμερικανός ότι θα έπρεπε να διαθέτει μια τυπική Γαλλίδα! Ο ίδιος παρέμενε αμίλητος και ήταν αδύνατο να διακρίνεις τις σκέψεις του, ακόμα κι όταν έπινε λίγο παραπάνω. Το μοναδικό εμφανές πάθος του ήταν η ιστιοπλοϊα. Αλλά ακόμα κι εκεί ο Τουρνέρ ήταν τόσο διακριτικός που αρκετοί από τους θαλασσόλυκους που τον συνόδευαν στα ταξίδια του, έμειναν έκπληκτοι όταν χρόνια μετά το θάνατο του, δημοσιογράφοι και κινηματογραφικοί αναλυτές τούς πλησίασαν για αποκλειστικές συνεντεύξεις σχετικά με την ιδιοφυϊα που συντρόφευαν στα ανοιχτά. Δεν ήξεραν καν ότι ήταν διάσημος!

Απεβίωσε το 1977 σε ηλικία 73 ετών στο Μπερζεράκ της Γαλλίας, έχοντας δει την καριέρα του να υποχωρεί κάτω απ τα πόδια του λόγω σοβαρών προβλημάτων με το αλκοόλ. Η κατάρρευση του στουντιακού συστήματος τον είχε εξορίσει προ πολλού στην τηλεόραση, αφήνοντας χώρο για έναν επιθανάτιο ρόγχο με τη μορφή του «Η Νύχτα Του Δαίμονα» του 1957, που θεωρείται το τελευταίο εκ των πέντε αριστουργημάτων του.

Τα ψιθυριστά αριστουργήματα του Ζακ Τουρνέρ
Παρ όλο που οι θεωρητικοί της εποχής του απέδιδαν, «...μια κάποια γαλλική αριστοκρατικότητα, μια υποτονική παστέλ ευαισθησία και μια εικαστική ακρίβεια», το έργο του αντιμετωπιζόταν ως θρίαμβος της αισθητικής εις βάρος της ουσίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Τουρνέρ δεν ήταν ανάμεσα στους σκηνοθέτες που αγαπήθηκαν από το περιοδικό Cahiers du Cinema κατά την ηρωική ανακάλυψη του αμερικανικού σινεμά του 50 και, αν δεν υπήρχε μια χούφτα ορκισμένων πιστών όπως ο Μπερτράν Ταβερνιέ, ο Ζακ Λουρσέλ και ο Μάικλ Χένρι, το όνομά του θα είχε ξεχαστεί προ πολλού. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η καθυστερημένη αναγνώρισή του οφείλεται σε κακή διανομή, στην πραγματικότητα όμως, πολύ πριν αγιοποιηθεί ως ιδιοσυγκρασιακός auteur είχε εξοστρακιστεί από τον ίδιο τον θεωρητικό Αντριου Σάρις - υπέρμαχο της εν λόγω θεωρίας - ως ο ορισμός του αντί-auteur, ενός σκηνοθέτη με πλήρη απώλεια συγκροτημένης κοσμοθεωρίας και κινηματογραφικής θεματικής.

Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας καριέρας του ο Τουρνέρ σκηνοθέτησε τα πάντα, από ταινίες μυστηρίου, ατμοσφαιρικά νουάρ, ανατριχιαστικά θρίλερ, μεσαιωνικές πανωλεθρίες, αξιοπερίεργα γουέστερν, κατασκοπικές ταινίες δράσης και πολεμικές φανφάρες με ένα και μοναδικό κοινό στοιχείο: το απρόσμενο στοιχείο του εξωπραγματικού. Οι χαρακτήρες στις ταινίες του Τουρνέρ μοιάζουν με κινούμενες σκιές: αποστασιοποιημένοι από τον εαυτό τους, μοιάζουν να κινούνται μέσα σε ομιχλώδη σενάρια, γεμάτοι ανομολόγητα κίνητρα και άλυτες εσωτερικές συγκρούσεις. Ενθαρρύνοντας τους ηθοποιούς του να απογυμνώνουν την υποκριτική τους από τυχόν δραματικά ξεσπάσματα, οι τουρνερικοί ήρωες μοιάζουν να ξυπνούν από ένα βαθύ- κυριολεκτικό ή μεταφορικό- ύπνο, αντιμετωπίζοντάς όσα συμβαίνουν γύρω τους περισσότερο ως αποκύημα της φαντασίας τους παρά ως (κινηματογραφική, έστω) πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Τουρνέρ άλλωστε πίστευε ακράδαντα στην ύπαρξη ενός παράλληλου κόσμου, ίσως γι αυτό οι ταινίες του έμοιαζαν πάντα να ακροβατούν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον δικό μας και τον επόμενο.

Ο ίδιος πάντως δήλωνε πλήρως ικανοποιημένος από την επαγγελματική του σταδιοδρομία: «Εκανα πάντοτε ό,τι ήθελα. Ποτέ δεν απέρριψα σενάριο». Μπορεί για τον μέσο κινηματογραφόφιλο οι δύο αυτές δηλώσεις να φαντάζουν αντιφατικές, αλλά ο ίδιος δεν αισθάνθηκε ποτέ υποχρεωμένος να ακολουθήσει μια συγκροτημένη θεματική. Οπως άλλωστε το έθεσε και ο Κρις Φουτζιγουαχάρα, ένας από τους σημαντικότερους μετέπειτα αναλυτές του: «Σε αντίθεση με τους κλασικούς auteur που επιβάλουν το όραμά τους σε κάθε ταινία, ο Τουρνέρ απαλείφει το προσωπικό του όραμα όχι με την απώλεια του στυλ, αλλά με ένα στυλ που δίνει έμφαση στην απώλεια».

Οκτώ βήματα στο σκοτάδι
Οι ταινίες του αφιερώματος στον Ζακ Τουρνέρ

«Στον Τουρνέρ, τις περισσότερες φορές η νίκη είναι ελάχιστη, οι σκιές παραμένουν και πρακτικά τίποτα δεν λύνεται. Οι ήρωες (η λέξη δεν ταιριάζει καλά στους κεντρικούς χαρακτήρες του σκηνοθέτη) θα εξακολουθήσουν να ζουν με τα άγχη τους. Απλώς θα έχουν μάθει ότι υπάρχουν εξωτερικές, υπερφυσικές δυνάμεις τις οποίες θα πρέπει να τις υπολογίζουν πιο σοβαρά». Μπερτράν Ταβερνιέ

«Οι Ανθρωποι Γάτες»
(«Cat Ρeople», 1942) Η πρώτη συνεργασία του Ζακ Τουρνέρ με τον θρυλικό παραγωγό Βαλ Λιούτον φέρνει τον Φρόιντ στον θαυμαστό κόσμο των b-movies, μέσα από την ιστορία της Ιρένα Ντούμπροβνα, που, όσο αρνείται να υποκύψει στις ερωτικές ορμές της, τόσο φαίνεται ότι επαληθεύει έναν πανάρχαιο σερβικό μύθο που σχετίζεται με τη μεταμόρφωσή της σε αιλουροειδές. Ικανό να προκαλεί τον μεγαλύτερο τρόμο μόνο και μόνο με το θέαμα ενός άδειου δρόμου, ένα φύσημα του ανέμου ή τη σκιά ενός τέρατος που μένει εκτός πεδίου, το πρώτο φιλμ-σταθμός του φαινομένου Τουρνέρ είναι τόσο αριστοτεχνικά φτιαγμένο, ώστε κάνει το χαμηλό του κόστος (η ταινία γυρίστηκε στα ίδια σκηνικά με τους «Υπέροχους Αμπερσονς» του Ορσον Γουέλς) να περνά απαρατήρητο και το μεταγενέστερο ριμέικ του Πολ Σρέιντερ να νιαουρίζει ακίνδυνα.

«Περπάτησα Μ Ενα Ζόμπι»
(«Ι Walked With Α Ζombie», 1943) «Τίποτα δεν είναι ωραίο εδώ. Ολα σας φαίνονται ωραία επειδή δεν καταλαβαίνετε. Ολα όμως είναι θάνατος και αποσύνθεση». Καλώς ήρθατε σε αυτό που κάποιοι θεωρούν ως κορωνίδα του σύμπαντος Τουρνέρ. Δεύτερη συνεργασία του Τουρνέρ με τον Βαλ Λιούτον, αυτή η ελεύθερη διασκευή της «Τζέιν Εϊρ» παρακολουθεί το ταξίδι μιας νοσοκόμας στην Καραϊβική, για να φροντίσει τη σύζυγο ενός πλούσιου γαιοκτήμονα, και την εμπλοκή της σε ένα σύμπαν τελετών μαύρης μαγείας και μεταφυσικής. Ανθρωποι - μαριονέτες και εικόνες - σκιές σε ένα φιλμ παροξυσμικό, που αλλάζει για πάντα όχι μόνο την ιστορία του σινεμά του φανταστικού αλλά και την πίστη μας στα φαινόμενα του κόσμου τούτου.

«Ο Ανθρωπος Λεοπάρδαλη»
(«Τhe Leopard Μan», 1943) «Αίμα που απλώνεται κάτω από την πόρτα και κόβει την ανάσα σε όσους βρίσκονται πίσω της»: κάπως έτσι θα περιέγραφε ο υπνωτισμένος Μάρτιν Σκορσέζε την πρώτη του επαφή με τον «Ανθρωπο Λεοπάρδαλη». Ενώ μια τεράστια λεοπάρδαλη εμφανίζεται ως δολοφόνος νέων γυναικών και ο ρυθμός από τις καστανιέτες του σάουντρακ στοιχειώνει τον θεατή, ο πραγματικός ένοχος κυκλοφορεί κάπου ελεύθερος και ο Τουρνέρ κεντά την αγωνία και τον τρόμο στην καρδιά του θεατή, με σεκάνς ανθολογίας (ο θάνατος στο νεκροταφείο, το βίαιο τέλος της νεαρής Μεξικάνας) που ορίζουν το «εκτός πεδίου» ως ύψιστη τέχνη για λίγους.

«Πείραμα Στον Κίνδυνο»
(«Εxperiment Ρerilous», 1944) Ενα τρένο διασχίζει τη νύχτα και μια φωνή μάς τοποθετεί από την αρχή (και για όλη τη διάρκεια της ταινίας) στην υπαινικτική ατμόσφαιρα α λα Ζακ Τουρνέρ: «Θυμάμαι τέλεια όλα όσα έγιναν εκείνη τη βραδιά...».

Παθιασμένο και διφορούμενο πορτρέτο μιας μυστηριώδους γυναίκας στα χνάρια της «Λάουρα» του Οτο Πρέμινγκερ, της «Ρεβέκκα» και της Μαντλέν από τον «Δεσμώτη Του Ιλίγγου» του Αλφρεντ Χίτσκοκ, το «Πείραμα Στον Κίνδυνο» σκιαγραφεί άψογα την υπόγεια διαδρομή από το ρομαντισμό στη νεύρωση και, ακόμα και με τους ταπεινούς όρους του νουάρ μελοδράματος, αποδεικνύει την εμμονή του Τουρνέρ με τα ψυχαναλυτικά αινίγματα.Που δεν είναι απαραίτητο να βρίσκουν εύκολες ή τουλάχιστον ευανάγνωστες λύσεις. Προς τέρψιν όσων θεατών δεν αρέσκονται ποτέ σε κάτι τέτοιο.

«Αμάρτημα Του Παρελθόντος»
(«Οut Of The Ρast», 1947) Φιλήσυχος ιδιοκτήτης βενζινάδικου σε χωριό της Καλιφόρνια δέχεται την επίσκεψη ενός ανθρώπου από το παρελθόν του, και μαζί όλες τις ανησυχητικές σκιές που είχε φροντίσει να κρύψει κάτω από το χαλί, σε ένα αριστούργημα που οι ειδήμονες του φιλμ νουάρ συγκαταλέγουν στα κορυφαία του είδους. Λαβυρινθώδες όχι με την χαοτική λογική του «Μεγάλου Υπνου» αλλά με μια ιδιοφυή αρχιτεκτονική των φιλμικών χρόνων, το «Αμάρτημα Του Παρελθόντος» επανέρχεται στην, προσφιλή στον Τουρνέρ, προβληματική περί ταυτότητας με μια σκηνοθεσία λεπτού κυνισμού που χειρίζεται την τριπλέτα Ρόμπερτ Μίτσαμ - Τζέιν Γκριρ -Κερκ Ντάγκλας σαν φιγούρες τράπουλας.

«Το Εξπρές Του Βερολίνου»
(«Βerlin Εxpress», 1948) Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ο καθηγητής Μπέρναρτ ταξιδεύει στη Γερμανία με ένα σχέδιο ενοποίησης της χώρας. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα έρθει αντιμέτωπος με μια απαγωγή και θα αναγκαστεί να ζητήσει τη συνδρομή ενός Αμερικάνου, ενός Γάλλου, ενός Ρώσου, ενός Αγγλου και μιας Γαλλίδας. Ακούγεται σαν ανέκδοτο ή σαν σχηματική αλληγορία για το πολιτικό τοπίο της εποχής, όμως ο Τουρνέρ καταφέρνει να ξεπεράσει τους προπαγανδιστικούς και απλουστευτικούς υφάλους των κατασκοπευτικών θρίλερ, τοποθετώντας την κάμερά του σε ένα βομβαρδισμένο Βερολίνο και δίνοντας στο φιλμ του την αμεσότητα ενός ντοκουμέντου. Διαποτισμένο από τον χαρακτηριστικό ονειρισμό του Τουρνέρ, το φιλμ τελικά μετατρέπεται σε ένα ασυνήθιστο, γοητευτικό μυστήριο γύρω από την ταυτότητα των ηρώων.

«Μόλις Πέσει Η Νύχτα»
(«Νightfall», 1956) Φιλμ νουάρ υποτιμημένο μέσα στο σώμα ταινιών του Τουρνέρ, το «Μόλις Πέσει Η Νύχτα» παίζει ξανά (όπως και στο «Αμάρτημα Του Παρελθόντος») με την ιδέα της ξαφνικής απειλής από το παρελθόν προς τους φαινομενικά φιλήσυχους πρωταγωνιστές. Αναμειγνύοντας τον ρομαντισμό με τις νατουραλιστικές ερμηνείες και κάποιες πινελιές παραδόξου με την υποβλητική φωτογραφία του Μπάρνετ Γκάφεϊ, ο Τουρνέρ ολοκληρώνει την ανατριχιαστική εικονογράφηση μιας επίθεσης του πεπρωμένου τραγικής, όσο και γελοίας.

«Η Νύχτα Του Δαίμονα»
(«Νight Of The Demon», 1957) Οταν ο Αγγλος παραγωγός Χαλ Τσέστερ πρότεινε στον Ζακ Τουρνέρ να αναλάβει τη διασκευή του μυθιστορήματος του Μόνταγκ Ρ. Τζέιμς «Ο Δράκος του Τσέστερ», ήταν μάλλον δύσκολο να εισπράξει αρνητική απάντηση από έναν σκηνοθέτη που ανυπομονούσε να ανανεώσει το φλερτ του με το σινεμά του φανταστικού. Σε σενάριο του, επί δεκαετίες συνεργάτη του Χίτσκοκ, Τσαρλς Μπένετ, και με πρωταγωνιστή τον Ντέινα Αντριους, ο Τουρνέρ θα παρακολουθήσει το ταξίδι ενός ψυχολόγου σε μια μικρή κοινότητα, παραδομένη με φόβο και λατρεία στις δεισιδαιμονίες της, και τον τρόπο με τον οποίο μια κατάρα θα θέσει σε αμφισβήτηση κάθε ορθολογική του αντίληψη. «Ισως είναι καλύτερο να μην γνωρίζεις» θα είναι το βασικό μότο του Τουρνέρ, που θα επιλέξει να εξορίσει τους δαίμονες έξω από τα μυστηριωδώς φωτοσκιασμένα πλάνα του, αλλά θα υποχρεωθεί από τους παραγωγούς να προβεί σε μερικές εξόφθαλμες προσθήκες. Εστω κι έτσι, η τυπικά «τουρνερική» στρατηγική του παιχνιδιού με την άγνοια των ηρώων ή / και των θεατών εκτελείται μαγευτικά.

Ζακ Τουρνέρ (1904 -1977)
Φιλμογραφία

  • Tout Ca Ne Vaut Pas L amour, 1931
  • Toto, 1933
  • Pour Etre Aime, 1933
  • Les Filles De La Concierge, 1934
  • They All Come Out, 1939
  • Nick Carter, Master Detective, 1939
  • Phantom Raiders, 1940
  • Doctors Dont Tell, 1941
  • Cat People, 1942
  • Ι Walked With Α Zombie, 1943
  • The Leopard Man, 1943
  • Days Of Glory, 1944
  • Experiment Perilous, 1944
  • Canyon Passage, 1946
  • Out Of The Past, 1947
  • Berlin Express, 1948
  • Easy Living, 1949
  • Stars In My Crown, 1950
  • The Flame And The Arrow, 1950
  • Circle Of Danger, 1951
  • Anne Of The Indies, 1951
  • Way Of Α Gaucho, 1952
  • Appointment In Honduras, 1953
  • Stranger On Horseback, 1955
  • Wichita, 1955
  • Great Day In The Morning, 1956
  • Nightfall, 1957
  • Night Of The Demon, 1957
  • The Fearmakers, 1958
  • Mission Of Danger, 1959
  • Timbuktu, 1959
  • Frontier Rangers, 1959
  • La Battaglia Di Maratona, 1959
  • Fury River, 1961
  • The Comedy Of Terrors, 1964
  • The City Under The Sea, 1965