Λευκός Ελέφαντας

21.03.2014
Δύο ιερείς βιώνουν σιωπηρά το προσωπικό τους δράμα, καθώς πασχίζουν να βελτιώσουν τη ζωή των εξαθλιωμένων κατοίκων μιας παραγκούπολης του Μπουένος Άιρες. Ο Πάμπλο Τραπέρο(«Λεονέρα», «Το Αρπακτικό») αποτυπώνει εντυπωσιακά έναν τόπο ανείπωτης ματαίωσης και βίας, αφήνοντας όμως ανολοκλήρωτη την κεντρική ιδέα της ταινίας του.

Ο Χούλιαν (Ρικάρντο Ντάριν) και ο Νίκολας (Ζερεμί Ρενιέ) είναι δύο καθολικοί ιερείς που εργάζονται σκληρά σε μία παραγκούπολη του Μπουένος Άιρες, πασχίζοντας να βελτιώσουν τη ζωή των πάμφτωχων κατοίκων.

Ο πρώτος παλεύει παράλληλα με την κλονισμένη υγεία του, ενώ ο δεύτερος με την πίστη του, έπειτα από μία τραυματική εμπειρία στην προηγούμενη κοινότητα όπου ζούσε.

Ο μεγάλος στόχος του Χούλιαν και της κοινότητας είναι να χτίσουν νοσοκομείο και αξιοπρεπή καταλύματα, κάτι για το οποίο συνδράμει ενεργά η Λουτσιάνα (Μαρτίνα Γκουσμάν), μία δυναμική λειτουργός που πιστεύει πολύ στη θέληση και τη δουλειά και καθόλου στο Θεό.

Ωστόσο, καθώς το έργο («Λευκός Ελέφαντας» η ονομασία του) αντιμετωπίζει εμπόδια και η βίαιη δράση των τοπικών καρτέλ κλιμακώνεται, το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον χλομιάζει.

Ο Αργεντίνος Πάμπλο Τραπέρο, γνωστός για τη «Λεονέρα» και «Το Αρπακτικό», στρέφει το βλέμμα του στις ποτισμένες από αίμα και απελπισία χαραμάδες του σύγχρονου αστικού τοπίου, εκεί όπου η όποια πίστη σε θεούς ή ανθρώπους δοκιμάζεται αδυσώπητα. Και το όχημά του να μιλήσει για αυτά δεν είναι άλλο από την τραγωδία.

Κομβικό σημείο αυτής της τραγωδίας είναι η γνώριμη έννοια του μάρτυρα, η οποία εδώ, παρά τους προφανείς θρησκευτικούς συνειρμούς, προσεγγίζεται πρωτίστως μέσα από ένα κοινωνικοπολιτικό πρίσμα.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η προσοχή του «Λευκού Ελέφαντα» διαθλάται από την εκρηκτική κατάσταση που επικρατεί στην παραγκούπολη και κυρίως στον συχνά απλώς περιγραφικό αντίκτυπό της στον καθένα από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες.

Ως προς τους ηθοποιούς του, παρεμπιπτόντως, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός δικαιώνεται για ακόμα μία φορά.

Συνεργάζεται και πάλι με τον Ρικάρντο Νταρίν (που εκτός του «Αρπακτικού» τον έχουμε δει στις αγαπημένες «9 Βασίλισσες» αλλά και στο «Μυστικό στα Μάτια της»), φέρνει τον Βέλγο Ζερεμί Ρενιέ, γνωστό για τις συνεχείς συνεργασίες του με τους αδερφούς Νταρντέν, ενώ φυσικά δεν ξεχνά να δώσει το μοναδικό γυναικείο ρόλο στη σταθερή πρωταγωνίστρια και σύζυγό του, Μαρτίνα Γκουσμάν.

Η σύνθεση των τριών τους, μάλιστα, λειτουργεί ενισχυτικά ως προς τον καλύτερο δυνατό τονισμό διαφορετικών πτυχών μιας πλοκής άρρηκτα συνδεδεμένης με τον τόπο που εκτυλίσσεται.

Ο «Λευκός Ελέφαντας», πάντως, δεν είναι μία ταινία που αρκείται απλώς στη στεγνή αναπαράσταση των συνθηκών μιας παραγκούπολης.

Αντιθέτως, είναι πολλές οι στιγμές όπου μοιάζει σα να ξεπήδησε από κάπου εκεί, χάρη στα συχνά, καλοσυντονισμένα και διεισδυτικά μονοπλάνα του Τραπέρο στους μόνιμα λασπωμένους δρόμους και τα παραπήγματά της.

Εκεί ακριβώς είναι ο τόπος όπου ο Αργεντίνος σκηνοθέτης στήνει ένα σκληρό παιχνίδι εξουσίας γύρω από τους ήρωές του, αφήνοντάς τους να μετέωρους ανάμεσα στο πείσμα τους να συνδράμουν για το κοινό καλό, το μερικώς φωτισμένο προσωπικό τους δράμα (αρρώστια, ενοχή, έλλειψη πίστης, έρωτας κτλ) και τη συντριπτική καθημερινότητα μιας εξαθλιωμένης κοινότητας όπου εκτός των άλλων δεινών της, έχει την τάση να αυτοτραυματίζεται από τη συμμορίτικη βία.

Κρίμα μόνο που η υποσχόμενη προβληματική γύρω από την έννοια του μάρτυρα παραμένει περιγραφική κι ανεξερεύνητη, την ώρα μάλιστα που ακόμα και το ίδιο το φινάλε τη βροντοφωνάζει, μέσα από την ελαφρότητα ενός μαζικά εκπεφρασμένου συνθήματος που δονεί τους δρόμους της παραγκούπολης.

Με άλλα λόγια και παρά τις αγαθότερες των προθέσεων, ο «Λευκός Ελέφαντας» μένει τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά ανολοκλήρωτος.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ