300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας 3D

06.03.2014
Μηδέν για την φασίζουσα αισθητική του μίσους. Μηδέν για τις άναρθρες κραυγές των χάρτινων ηρώων. Μηδέν για την ιδεολογία της εκδίκησης, της επίδειξης και του πολέμου. Μηδέν για την απουσία των αξιών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται οι ημίγυμνοι κρετίνοι με τους ψηφιακούς κοιλιακούς.

Λίγες γραμμές θα αφιερώσω στους «300»: η καλύτερη κριτική για μια κακή ταινία είναι η αδιαφορία.

Ξέρω βέβαια ότι υπάρχουν αρκετοί (και μάλιστα αρκετά σοβαροί) που υποστηρίζουν ήδη ότι η ταινία πρέπει να κριθεί με επιείκεια «διότι είναι απλώς ψυχαγωγική και δεν φιλοδοξεί να καταγράψει την ιστορική αλήθεια της εποχής των Περσικών Πολέμων». Ισχυρίζονται επίσης ότι «για το είδος της είναι επιτυχημένη».

Απαντώ πάραυτα:

ναι, για το είδος της –ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕ- είναι απολύτως επιτυχημένη. Και εκεί εξάλλου οφείλει να βρίσκεται.

ναι, δεν καταγράφει ΚΑΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ και αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να κάνει μια ταινία που είναι γεμάτη με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Για ποιο λόγο δηλαδή καταπιάνεται με την Ιστορία όταν από την αρχή τής αλλάζει τα φώτα; Τι είδους «ψυχαγωγία» κρύβεται κάτω από την παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας;

Οι «300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας» είναι ένα ιδιόμορφο σίκουελ: προσπαθεί να παρατείνει τον εμπορικό θρίαμβο του πρώτου μέρους, αλλά δεν έχει χαρακτήρες για το κάνει, αφού ο Λεωνίδας και οι 300 του παραμένουν νεκροί κάτω από τους τίτλους τέλους.

Αρχίζει λοιπόν ως πρίκουελ και πάει στην μάχη του Μαραθώνα (δέκα χρόνια νωρίτερα, το 490 π.Χ.) κατά την διάρκεια της οποίας ο Θεμιστοκλής (Σάλιβαν Στέιπλετον) σκοτώνει (ναι! ναι!) τον ίδιο τον βασιλιά των Περσών, Δαρείο.

Τι κι αν όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Δαρείος πέθανε το 485 π.Χ. και τάφηκε στην Περσέπολη. Ο Φρανκ Μίλερ που έγραψε το κόμικ «Ξέρξης», ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της προηγούμενης μπαλαφάρας Ζακ Σνάιντερ και ο νυν σκηνοθέτης Νόαμ Μούρο, πιστεύουν ότι είναι πιο «θεαματικό και πιο ηρωικό» να τον βάλουν να πεθάνει στον Μαραθώνα.

Στην συνέχεια ο γιος του Δαρείου, Ξέρξης (Ροντρίγκο Σαντόρο) μεταμορφώνεται στο ερμαφρόδιτο τέρας που είδαμε στο πρώτο μέρος και επιστρέφει στην Ελλάδα για να πάρει εκδίκηση έχοντας μαζί του την Αρτεμισία (Εύα Γκριν).

Και αφού βιώσουμε μια αφόρητη επίδειξη ψηφιακής ανοησίας (τεράστια 3D πλάνα αναρίθμητων στρατιωτών και σκηνικών εξόφθαλμης ιστορικής διαστροφής) θα βρεθούμε στην Ελλάδα του 480 π.Χ.

Τίποτε όμως δεν θυμίζει έστω και στο ελάχιστο την Αθηναϊκή Δημοκρατία: τους θεσμούς, τις τέχνες, τις αξίες της.

Ακόμη και η λέξη «Δημοκρατία» -την οποία υποτίθεται ότι υπερασπίζονται οι Αθηναίοι- δεν ακούγεται παρά μόνο μια φορά, μέσα σε ένα καυτό ωκεανό μίσους που κοχλάζει από τις ιδέες της εκδίκησης, της υπεροχής, της δύναμης, της βαρβαρότητας και του πολέμου.

Εν τέλει η ταινία θα επικεντρωθεί σε δυο σημαντικά γεγονότα: την ναυμαχία του Αρτεμισίου στην βόρεια Εύβοια και την ναυμαχία της Σαλαμίνας, τα οποία στολίζονται με πολλές βασανιστικές ιστορικές ανακρίβειες.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι οι ίδιες οι ανακρίβειες, αλλά το ότι έχουν δομηθεί πάνω σε μια άθλια και φασίζουσα αισθητική μίσους. Οι αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας αντικαθίστανται από την ιδεολογία της «πολεμικής αρετής», της δύναμης και της τόλμης, η οποία ισοπεδώνει κάθε έννοια πολιτισμού.

Αυτό που κυριαρχεί στους «300» είναι η ισχύς του Πολέμου και όχι η στρατηγική του Πολιτισμού.

Αν όμως η Μάχη του Μαραθώνα και η Ναυμαχία της Σαλαμίνας άφησε κάτι στην ανθρωπότητα, αυτό δεν ήταν η δύναμη κάποιων βάρβαρων πολεμιστών- οι οποίοι νίκησαν κάποιους άλλους βάρβαρους επειδή ήταν πιο τολμηροί από αυτούς- αλλά η στρατηγική των υπερασπιστών της Δημοκρατίας, η οποία βασίστηκε πάνω στην έννοια του Πολιτισμού.

Ο Μαραθώνας και η Σαλαμίνα ορίζουν τον θρίαμβο της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, ακριβώς επειδή αυτή η Δημοκρατία συνέτριψε την Βαρβαρότητα δια του Πολιτισμού.

Αυτό δεν το βλέπουμε ούτε μια στιγμή στην ταινία, αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλύτερό της πρόβλημα και γι' αυτό βάζω… μηδέν στους «300».