Ο Δημήτρης Δημόπουλος και οι Ευνοούμενοι του... Μίδα [συνέντευξη]

05.12.2016
Στις 10 Δεκεμβρίου ολοκληρώνει τον κύκλο της η παράσταση «Οι Ευνοούμενοι του Μίδα» στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (τελευταίες παραστάσεις Παρασκευή 9/12 και Σάββατο 10/12 στις 21.30), σε σκηνοθεσία/διασκευή/μετάφραση του Δημήτρη Δημόπουλου. Είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στην ελληνική σκηνή το εξαιρετικό- αλλά λιγότερο γνωστό- έργο του Τζακ Λόντον.

Το έργο γράφτηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, όμως παραμένει ανησυχητικά επίκαιρο καθώς αποτελεί ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο απέναντι στον καπιταλισμό και διακρίνεται από αστυνομική πλοκή, νουάρ αισθητική και καυστικό χιούμορ.

Εμείς λίγο πριν την εκπνοή των παραστάσεών του μιλήσαμε με τον Δημήτρη Δημόπουλο.

Οι Ευνοούμενοι του Μίδα είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Τζακ Λόντον. Μιλήστε μας για την απόφασή σας να μεταφέρετε το βιβλίο στη σκηνή.

Διάβασα το κείμενο αυτό πριν χρόνια σε μια συλλογή σύντομων διηγημάτων του συγγραφέα και αμέσως, όχι μόνο το ξεχώρισα, αλλά το φανταζόμουν ανεβασμένο στη σκηνή. Είχα μάλιστα ξεκινήσει με ένα συνθέτη τότε να το διασκευάζουμε για να γίνει όπερα, κάτι που δεν έγινε. Ποτέ όμως δεν το ξεχνούσα και έτσι φέτος, με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του Τζακ Λόντον, πήρα την απόφαση να αναλάβω τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση και την παραγωγή της μεταφοράς του στη σκηνή.

Το έργο είναι γραμμένο στην αρχή του 20ου αιώνα. Παρατηρείτε κάποια κοινά στοιχεία με τη σημερινή πραγματικότητα; Αν ναι, ποια;

Το κείμενο περιγράφει μια κοινωνία όπου η μία οικονομική κρίση διαδέχεται την άλλη, οι πλουσιότεροι γίνονται πλουσιότεροι και κοινωνικές ομάδες αποφασίζουν να δρουν πια με βία. Δεν ξέρω αν αυτά μοιάζουν οικεία...

Οι Ευνοούμενοι του Μίδα λένε ότι είναι το αναπόφευκτο. Είναι και αν ναι, πώς θα μπορούσε- θεωρείτε- να αποτραπεί η δράση τους;

Κάτι που με εκπλήσσει καθώς μιλώ με όσους είδαν την παράσταση, είναι που αρκετοί με ρωτούν αν πρόκειται για πραγματική ιστορία. Το γεγονός πως ένα έργο μυθοπλασίας δημιουργεί μια τέτοια αίσθηση πραγματικού συμβάντος σηματοδοτεί τη δυνατότητα πραγμάτωσής του. Οι Ευνοούμενοι του Μίδα εκβιάζουν πλούσιους κεφαλαιοκράτες να τους αποδώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να μπορέσουν οι ίδιοι να μπουν στο παιχνίδι του καπιταλισμού. Εμείς παρακολουθούμε στην παράσταση έναν μεγιστάνα των σιδηροδρόμων που τους αντιστέκεται, αναφέρεται όμως πως όσοι ενδίδουν, κρατούν κλειστό το στόμα τους. Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να γνωρίζουμε αν μια παρόμοια δράση δεν έχει όντως πραγματοποιηθεί ήδη; Οι Ευνοούμενοι του Μίδα δηλώνουν πως τα μυαλά τους ανήκουν στα καλύτερα, και μάλλον γνωρίζουν πως αποκαλώντας εαυτούς «το αναπόφευκτο», δημιουργούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία που τους εξυπηρετεί.

Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε κατά τη μεταφορά του βιβλίου στο θέατρο;

Οι προκλήσεις ήταν στο να αποφασιστεί το καλλιτεχνικό και δραματουργικό πλαίσιο στο οποίο θα κινούμασταν παραστασιασκά οι συνεργάτες μου και εγώ. Είναι μια μακρόχρονη διαδικασία, και χαίρομαι που είχα δίπλα μου τον Ντέιβιντ Νεγρίν που επιμελήθηκε τα σκηνικά και τα κοστούμια και τη Στέλλα Κάλτσου που σχεδίασε τους φωτισμούς. Συζητώντας μαζί τους δημιουργήσαμε ένα περιβάλλον -φυσικό και δραματουργικό- όπου κινούνται οι δύο ηθοποιοί της παράστασης, η Λίνα Καλπαζίδου και ο Συμεών Τσακίρης, και οι οποίοι εμψυχώνουν το κείμενο και το περιβάλλον με τις ερμηνείες τους.

Η «φωνή» των Ευνοούμενων του Μίδα στην παράσταση είναι γυναικεία. Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτή σας την επιλογή.

Ο φυσικός χώρος της παράστασης είναι μια «πειραγμένη» αίθουσα συνεδριάσεων μιας μεγάλης εταιρείας του παρόντος, όπου όμως υπάρχει ένα ανδροκρατούμενο επιχειρηματικό δυναμικό του παρελθόντος, όπως περιγράφεται στο κείμενο. Σε αυτό το φυσικό χώρο, εισβάλλουν άνθρωποι ικανοί που όμως λόγω της κοινωνικής θέσης τους αποκλείονται. Η σύγχρονη πρακτική μάς αποδεικνύει πως έχουμε ακόμα μεγάλη απόσταση ώστε να εξαλειφθεί ουσιαστικά η ανισότητα των φύλων στον εργασιακό χώρο, από τις ευκαιρίες που δίνονται μέχρι τις μισθολογικές διαφορές. Χωρίς αυτό να υπογραμμίζεται παραστασιακά, νομίζω πως λειτουργεί η επιλογή να εκπροσωπείται ο φορέας της ανατροπής από μια αντίθετη. από το κατεστημένο που περιγράφεται, φύση. Και πάλι όμως, δεν πρόκειται για μια μάχη των φύλων, αλλά για μια πάλη των τάξεων.

Υπάρχει κάποια φράση από το κείμενο που συνοψίζει όλη την ουσία του; Και αν ναι, ποια;

Παρακολουθώντας τις ερμηνείες των ηθοποιών, ακούγονται σε κάθε παράσταση διαφορετικές φράσεις που εκφέρονται με τρόπους που φανερώνουν νοήματα που φωτίζουν αλλιώς την ουσία τους. Ακούγοντας τη Λίνα να λέει «δεν αρκούμαστε να μείνουμε έμμισθοι σκλάβοι», εκείνη τη στιγμή μού φαίνεται πως αυτή είναι η ουσία του κειμένου. Λίγο αργότερα, ακούγοντας τον Συμεών να λέει «μάταια, όλα υπήρξαν απλώς μάταια», θεωρώ πως αυτή είναι η ουσία του! Νομίζω πως την πρώτη φορά που το διάβασα όμως, η φράση που με είχε ιντριγκάρει ήταν ακριβώς αυτή για την οποία με ρωτήσατε: «είμαστε το αναπόφευκτο».

Τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον τι περιλαμβάνουν;

Ετοιμάζουμε την επόμενη παράστασή μας βασισμένη σε ένα διήγημα και τον Γλάρο του Τσέχωφ, η οποία εντάσσεται στο φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις στο Beton7. Παράλληλα σχεδιάζω μια περιοδεία για να γιορτάσω τα 20χρονά μου στο σταντ-απ, η οποία όπως δείχνουν τα πράγματα, θα με ταξιδέψει σε μέρη της Ελλάδας που δεν έχω εμφανιστεί ποτέ ως τώρα!