Πέθανε ο θρυλικός Γάλλος ηθοποιός Jean Paul Belmondo | κοσμικα , πλανητης hollywood | womenonly.gr
20:02
6/9

Πέθανε ο θρυλικός Γάλλος ηθοποιός Jean Paul Belmondo

mail to Εκτυπώστε το Αρθρο

Τον τελευταίο χρόνο ζούσε απομονωμένος στο διαμέρισμά του στο Παρίσι λόγω του κορονοϊού. "Έφυγε" σε ηλικία 88 ετών.

Ο πιο διάσημος γοητευτικός άσχημος του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, το αντίπαλο δέος του Alain Delon, δε ζει πια. Ο Jean Paul Belmondo έφυγε από τη ζωή στα 88 του χρόνια σήμερα, όπως επιβεβαίωσε στο πρακτορείο AFP ο δικηγόρος του.

Ο θρύλος του γαλλικού -και όχι μόνο- σινεμά είχε κάνει τεράστια καριέρα τις δεκαετίες μετά τον πόλεμο, με το "τσαλακωμένο" φυζίκ του και τη σπασμένη μύτη του να κάνουν τις γυναίκες να τρελαίνονται.

Με τον Alain Delon αποτέλεσαν επί χρόνια το πιο επιτυχημένο δίδυμο εντός και εκτός οθόνης χωρίζοντας, άθελά τους, τον γυναικείο πληθυσμό σε δυο στρατόπεδα ανάλογα με το στυλ του άντρα που προτιμούσαν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με δύο γάμους και δύο διαζύγια στο ενεργητικό του ο Belmondo είχε τέσσερα παιδιά, με το μικρότερο να γεννιέται το 2003, όταν εκείνος ήταν 70 ετών. Η μεγαλύτερη κόρη του, Patricia σκοτώθηκε σε μια πυρκαγιά το 1994.

Ο ίδιος υπέστη εγκεφαλικό το 2001 ενώ βρισκόταν σε διακοπές στην Κορσική. Το εγκεφαλικό του άφησε προβλήματα στον λόγο και στο χέρι γεγονός που τον έκανε να κλειστεί στον εαυτό του -και εν συνεχεία, λόγω κορονοϊού στο διαμέρισμά του στο Παρίσι με μοναδική παρέα τον σκύλο του. 

Ποιος ήταν ο Jean Paul Belmondo

Γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1933 στο Νεϊγί-συρ-Σεν, βορειοδυτικά του Παρισιού μέσα σε καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γλύπτης με ιταλικές ρίζες και η μητέρα ζωγράφος. Ωστόσο, ο μικρός Jean Paul δεν είχε φανερώσει καμία καλλιτεχνική κλίση στα εφηβικά του χρόνια. Αντιθέτως, έδειξε από την αρχή κλίση στα αθλητικά. Δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο και το πάθος του σε αυτή την ηλικία ήταν το μποξ και το ποδόσφαιρο, ενώ μάλιστα έκανε και προπονήσεις μποξ.

Αποφάσισε έτσι να γίνει πυγμάχος και στη σύντομη καριέρα του στα ρινγκ ήταν μάλιστα αήττητος. Το ντεμπούτο του το έκανε το 1949 ρίχνοντας νοκάουτ τον αντίπαλό του από τον πρώτο γύρο, αν και την επόμενη κιόλας χρονιά, συνειδητοποιώντας τις θυσίες που έπρεπε να κάνει για να γίνει επαγγελματίας, τα παράτησε.

Τότε στράφηκε στην υποκριτική και έγινε δεκτός στην Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης του Παρισιού και αποφοιτώντας το 1956 βρήκε αμέσως δουλειά στο σινεμά.

Με ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα του, ο Jean Paul Belmondo ξεκίνησε την καριέρα του το 1957 παίζοντας μερικά μικρορολάκια σε γαλλικές ταινίες της εποχής και βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τον υπερβολικά όμορφο Alain Delon με τους κριτικούς να χαρακτηρίζουν τον Belmondo «γοητευτικά άσχημο» - αν και πολλές θαυμάστριές του και μη, θα διαφωνούσαν με αυτό.

 

 

 

Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήρθε το 1958 με το Les copains du Dimanche και μετά από διάφορες συνεργασίες, όπως με τον σκηνοθέτη Μαρκ Αλεγκρέ στο Έγκλημα στην Place Pigalle (Sois belle et tais-toi, 1958) και το Τελευταίο Ραντεβού (Un drôle de Dimanche, 1958), τον Μαρσέλ Καρνέ στους Ζαβολιάρηδες (Les tricheurs, 1958), αλλά και τον ρόλο του ως Ντ' Αρτανιάν στην τηλεοπτική ταινία Οι 3 σωματοφύλακες, ήρθε ο ρόλος που θα έκανε το όνομά του γνωστό σε μία ταινία που εκπροσωπούσε το «Νέο κύμα».

Το αναντίρρητο ταλέντο και η χαλαρή κινηματογραφική παρουσία του Ζαν Πολ Μπελμοντό έτυχαν της προσοχής του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, σε μια ευτυχή συγκυρία που θα απέδιδε σύντομα αριστουργήματα. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, που μέχρι τότε είχε σκηνοθετήσει τρεις μικρού μήκους ταινίες, σκηνοθέτησε το 1960 το πασίγνωστο Με κομμένη την ανάσα (À bout de soufflé), όπου ο Μπελμοντό πρωταγωνιστεί ως κακοποιός που προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία και βρίσκει καταφύγιο σε μία εφήμερη ερωτική σχέση με μία Αμερικανίδα. Ο Μπελμοντό ενσάρκωσε τον χαρακτήρα του με μία ποιητική ελαφρότητα που κανείς Γάλλος ηθοποιός δεν είχε επιδείξει μέχρι τότε. Ο ρόλος του Μπελμοντό ως Μισέλ τον καθιέρωσε ως style-icon και παρ’ όλο που οι ρόλοι που προηγήθηκαν ήταν λιγοστοί και ο Μπελμοντό βρισκόταν μόλις στην αρχή της καριέρας του, η ταινία αυτή τον καθιέρωσε ως «κλασικό». Το Με κομμένη την ανάσα εκτόξευσε τη φήμη του Γκοντάρ και του Μπελμοντό στα ύψη και εγκαινίασε με αριστουργηματικό τρόπο τη νέα σχολή κινηματογραφικής σκέψης που θα έμενε γνωστή ως Nouvelle Vague (Νέο Κύμα). Το γαλλικό σινεμά είχε βρει την απάντησή του στον Αμερικανό Τζέιμς Ντιν. Δεν είναι τυχαίο πως κάθε κείμενο που έχει γραφτεί για τον Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκινάει και τελειώνει με μία αναφορά στο Με κομμένη την ανάσα. Το ντεμπούτο του Γκοντάρ δεν ήταν o καλύτερος ρόλος που έπαιξε ποτέ ο Μπελμοντό, αλλά ήταν με διαφορά η ταινία που αποφάσισε πως στο πρόσωπο του 27χρονου τότε ηθοποιού το νέο γαλλικό σινεμά είχε μόλις ανακαλύψει τον πρώτο του μεγάλο ήρωα.

Την ίδια χρονιά, ο Μπελμοντό έπαιξε στο φιλμ του Βιττόριο ντε Σίκα Η Ατιμασμένη (La ciociara, 1960), η οποία επέκτεινε τη φήμη του σε παγκόσμιο βεληνεκές.

 

 

 

 

Τα τελευταία χρόνια και θέλοντας να μην τυποποιηθεί στους ίδιους ρόλους, έκανε μία στροφή προς τον πιο εμπορικό κινηματογράφο γυρίζοντας τη μία ταινία μετά την άλλη. 

Το 2011, ο «άσχημος γόης» του γαλλικού κινηματογράφου τιμήθηκε στις Κάννες με ειδικό Χρυσό Φοίνικα για τη συνολική προσφορά του στην έβδομη τέχνη, ενώ με αφορμή την εμφάνιση και τη βράβευσή του, προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ Belmondo...Itineraire των Βενσάν Περό και Τζεφ Ντόμενεχ, το Ένας υπέροχος κατάσκοπος (Magnifique, 1973) του Φιλίπ ντε Μπροκά και το 100.000 δολάρια στον ήλιο (Cent mille dollars au soleil, 1964) του Ανρί Βερνέιγ. Ο «Μπελ Μπελ», όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, χαρακτήρισε τον ειδικό Χρυσό Φοίνικα «δώρο θεού», καθώς στα 53 χρόνια που δούλεψε στον κινηματογράφο (1956-2008) δεν τιμήθηκε ποτέ με κάποιο σημαντικό βραβείο (εκτός από ένα Σεζάρ).

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ