Να πάω το παιδί μου στον ψυχοθεραπευτή; | μαμα & παιδι , παιδι | womenonly.gr
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ / ΜΑΜΑ & ΠΑΙΔΙ / ΠΑΙΔΙ
17:00
25/2/2016

Να πάω το παιδί μου στον ψυχοθεραπευτή;

mail to Εκτυπώστε το Αρθρο

Μα γιατί είναι τόσο δύστροπο; Γιατί δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του; Αν το πρόβλημα είναι η συμπεριφορά του παιδιού σου και δεν ξέρεις τι να κάνεις ίσως είναι καιρός να απευθυνθείς σε κάποιον ειδικό. Γιατί το παιδί μπορεί να μην είναι απλώς κακομαθημένο...

Η παιδική ηλικία είναι ηλικία σημάτων: τα παιδιά δείχνουν τι νιώθουν, σε τι κατάσταση βρίσκονται περισσότερο με το σώμα τους και τη συμπεριφορά τους παρά με το λόγο. Ο ψυχικός τους κόσμος δεν εκφράζεται με λέξεις όπως συμβαίνει στους ενήλικες. Ποτέ λοιπόν ένα παιδί δεν θα μας ζητήσει να θεραπεύσουμε τραύματα και δυσκολίες της συναισθηματικής και ψυχικής του πραγματικότητας. Πέρα από τις βαριές περιπτώσεις των παιδικών ψυχώσεων όπου τα σημάδια είναι έντονα και εμφανή από τα πρώτα χρόνια της αναπτυξιακής διαδικασίας και χρειάζονται τη συνδρομή ψυχιάτρου, στις υπόλοιπες περιπτώσεις υπάρχει δυσκολία να διαχωριστεί το κανονικό από το παθολογικό. Οι γονείς αναλαμβάνουν την ευθύνη να καταλάβουν και να προλαμβάνουν. Με τι τρόπο και σε ποιες περιπτώσεις χτυπά το καμπανάκι;

Πότε πρέπει να ανησυχήσω;

Οι διαταρακτικές συμπεριφορές επισημαίνονται κυρίως στο χώρο του σχολείου. Ωστόσο καλό θα ήταν να αντιλαμβάνεται πρώτα ο γονιός το πρόβλημα και όχι κάποιος τρίτος. «Για να καταλάβει όμως ο γονιός το τι συμβαίνει στο παιδί του θα πρέπει να βρίσκεται σε επαφή μαζί του, εξηγεί η κ. παιδοψυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια κ. Αμαλία Ατσαλάκη. . Να παίζει μαζί του, να του μιλάει πολύ, να ρωτά για το πώς σκέφτεται, πώς αισθάνεται, τι το προβληματίζει, τι το απασχολεί. Όταν βλέπει αλλαγές στη διάθεση του να το ρωτά τι έχει συμβεί. Τα παιδιά μιλάνε με τη συμπεριφορά τους πολύ περισσότερο απ’ ότι με τα λόγια. Ειδικά τη δυσφορία τους την εκφράζουν πολύ συχνά με ψυχοσωματικά συμπτώματα ή παραβατικές πράξεις. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως μεγάλη παγίδα για τους γονείς εάν αντιμετωπίσουν τέτοιες συμπεριφορές είτε με τιμωρία είτε με βίαια προς το παιδί ή οι δάσκαλοι αντίστοιχα να το ταπεινώσουν».

Σημάδια κινδύνου

  • άρνηση του παιδιού να φάει,
  • επαναλαμβανόμενοι εμετοί,
  • αλλεργίες,
  • διάφορες μορφές πόνου – εντερικών διαταραχών,
  • διαταραχές του ύπνου, όπως επαναλαμβανόμενοι άσχημοι εφιάλτες, ή επαναλαμβανόμενη συνεχής δυσκολία στο να κοιμηθεί,
  • επαναλαμβανόμενη έγερση τη νύχτα και απαίτηση να πάει στο κρεβάτι του ο γονιός μέχρι να αποκοιμηθεί ή να πάει αυτό στο κρεβάτι των γονιών του,
  • στο σχολείο: ανεξήγητη επιθετικότητα προς τους συμμαθητές του ή αντίθετα είναι αμίλητο, απόμακρο,
  • διάθεση: υπερκινητικό, μελαγχολικό & δεν παίζει,
  • παραπτωματικές συμπεριφορές όπως π.χ. μικροκλοπές από συμμαθητές ή από τους γονείς.

«Η παραπτωματική συμπεριφορά του παιδιού δεν πρέπει να συγχέεται με αυτό που λέμε παραπτωματική συμπεριφορά στους ενήλικες», διευκρινίζει η κ. Ατσαλάκη. Αν για παράδειγμα το παιδί κάνει μικροκλοπές δεν το θεωρούμε κλέφτη. Προφανώς μέσα από αυτό διεκδικεί κάτι που δεν ξέρει να το ζητήσει αλλιώς. Μπορεί να θέλει να «κλέψει» λίγο παραπάνω φροντίδα, προσοχή, αγάπη από τους γονείς του».

Όταν είναι κακός μαθητής;

Ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι πρέπει να είναι οι γονείς και με τα μαθησιακά προβλήματα.

«Ειδικά στις μέρες μας έχει επικρατήσει μια ολόκληρη φιλολογία για τη δυσλεξία, λέει η κ. Ατσαλάκη. Από τη δική μου κλινική εμπειρία ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών που έχουν χαρακτηριστεί ως δυσλεκτικά εύκολα και γρήγορα από δασκάλους και καθηγητές, τελικά διαγνώστηκε πως δεν ήταν δυσλεξικά. Μέσα από την επίδοση εξέφραζαν μια άρνηση ή μια δυσκολία ψυχογενούς τύπου. Δεν μπορούσαν να επενδύσουν για κάποιο λόγο στη γνώση, είτε γιατί είχαν την εντύπωση ότι το να μαθαίνεις καλό είναι να αποφεύγεται, είτε γιατί μέσα από εκεί αντιδρούσαν σε άλλου είδους προβλήματα».

«Όλα αυτά αν έχουν χαρακτήρα επαναλαμβανόμενο και με διάρκεια, ακόμα κι αν το σύμπτωμα ανά φάσεις φθίνει ή παρουσιάζεται με μεγαλύτερη συχνότητα, θα πρέπει να ανησυχήσουν τους γονείς τονίζει η κ. Ατσαλάκη. Δεν σημαίνει ότι αν το παιδί εκφράσει κάτι από τα παραπάνω για ένα μικρό διάστημα πρέπει οπωσδήποτε οι γονείς να ανησυχήσουν. Απλώς πρέπει να έχουν το νου τους και να πάρουν τα μέτρα τους όταν αυτή συμπεριφορά δεν υποχωρεί».

 

Πώς να το προετοιμάσω;

Λέγοντας του την αλήθεια.

«Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι γονείς να πάνε το παιδί στον ψυχοθεραπευτή χωρίς αυτό να γνωρίζει πού πηγαίνει. Ή να το οδηγήσουν εκεί με συναισθηματικούς εκβιασμούς, απειλώντας το με τιμωρία, τάζοντας αμοιβή κ.α, υπογραμμίζει η κ. Ατσαλάκη. Είναι σημαντικό να πουν ανοιχτά στο παιδί ότι βλέπουν τα σημάδια, ανησυχούν και θα ήθελαν ως οικογένεια να δουν κάποιον που θα μπορούσε να βοηθήσει. Ο ενήλικας μπορεί να πάρει την ευθύνη της θεραπείας του, ένα παιδί δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Χρειάζεται οπωσδήποτε να συμμετέχουν οι γονείς στη θεραπεία με κάποιο τρόπο. Το παιδί είναι συνήθως ο εκφραστής του συμπτώματος το οποίο παραπέμπει σε γενικότερη οικογενειακή δυσλειτουργία γι’ αυτό είναι σημαντικό να καταλάβουν οι γονείς ότι και οι ίδιοι πρέπει να αλλάξουν, τόσο στην επικοινωνία τους με το παιδί, όσο και στην επικοινωνία μεταξύ τους. Σημαντικό είναι να γίνουν όλα στο πλαίσιο της οικογένειας, να μην νιώθει το παιδί μόνο, ή τουλάχιστον να δεσμευτεί μαζί του ο ένας γονέας. Στις θεραπευτικές προσεγγίσεις μπορεί να πρέπει να εμπλακούν και άλλα μέλη της οικογένειας, όπως τα αδέρφια. Γενικότερα όλες οι θεραπευτικές προσεγγίσεις όταν μιλάμε για παιδιά επιδιώκουν να υπάρχει επαφή και με τους γονείς. Όσο για το χρόνο της θεραπείας εξαρτάται από κάθε περίπτωση. Δεν αποκλείεται και μια μικρή παρέμβαση ορισμένων μηνών να φέρει αποτελέσματα, αυτό όμως θα το κρίνει ο ειδικός».

Κι αν αρνείται πεισματικά;

«Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το παιδί δεν πηγαίνει στον ψυχίατρο επειδή το θέλησε το ίδιο αλλά επειδή οδηγείται εκεί από τους γονείς. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι όταν το παιδί αρνείται πεισματικά κάτι έχει πιάσει στον αέρα κάποιο δισταγμό, άρνηση, ή φόβο των ίδιων των γονέων, που μπορεί να αποδέχονται την αναγκαιότητα της, αλλά ασυνείδητα θα προτιμούσαν να μείνουν τα πράγματα ως έχουν, τονίζει η κ. Ατσαλάκη. Οι γονείς πρέπει να είναι σταθεροί και αποφασισμένοι να μην αφήσουν το παιδί τους να υποφέρει σιωπηλά. Εκείνοι που πραγματικά θέλουν να απευθυνθούν σε έναν ειδικό μπορούν να βρουν τρόπο ώστε το παιδί να μην είναι αρνητικό, τουλάχιστον σε μια πρώτη επίσκεψη. Μετά, είναι σε μεγάλο βαθμό και αρμοδιότητα του ίδιου του θεραπευτή να προσεγγίσει το παιδί. Να του μιλήσει σε γλώσσα που να το αγγίζει».

Δεν είναι δωρεάν!

«Το παιδί επίσης δεν πληρώνει τη θεραπεία του. Πρέπει λοιπόν να αποφύγουμε τη σύγχυση ότι ο θεραπευτής είναι ένας καλός άνθρωπος που του κάνει το χατίρι και το συμπαθεί. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει ότι ο θεραπευτής είναι επαγγελματίας και κάνει τη δουλειά του. Η γαλλίδα ψυχοθεραπεύτρια Φρανσουάζ Ντολτό είχε βρει έναν τρόπο να λειτουργεί η συμβολική ανταμοιβή μέσα στη θεραπευτική σχέση: ζητούσε από τα παιδιά να της φέρνουν σε κάθε συνεδρία μικροπραγματάκια χωρίς αξία, ως αντίτιμο της επίσκεψης. Ένα λουλουδάκι, μια ζωγραφιά, τσίχλα, οτιδήποτε φτάνει να καταλάβαινε το παιδί πως βρίσκεται σε μια σχέση που δεν είναι δωρεάν».


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΓΓΑΝΑ

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Αρμονία, τεύχος 73

Update: Φεβρουάριος 2016. 

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ