Παιδί: Γνωρίστε τους φανταστικούς φίλους του | μαμα & παιδι , οικογενεια | womenonly.gr
0:00
26/10/2007

Παιδί: Γνωρίστε τους φανταστικούς φίλους του

mail to Εκτυπώστε το Αρθρο
Σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τα πιτσιρίκια φαίνονται να έχουν σε κάποια περίοδο της ζωής τους «φίλους» που μόνο εκείνα μπορούν να δουν. Μήπως όμως, πέρα από μια παροδική εκδήλωση της αχαλίνωτης παιδικής

Από τη ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΟΥΡΑΚΗ

 

Σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τα πιτσιρίκια φαίνονται να έχουν σε κάποια περίοδο της ζωής τους «φίλους» που μόνο εκείνα μπορούν να δουν. Μήπως όμως, πέρα από μια παροδική εκδήλωση της αχαλίνωτης παιδικής φαντασίας, όλα αυτά δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι;


Στο μέρος όπου έκανα διακοπές συναντούσα συχνά στην παραλία ένα κοριτσάκι, κάπου εφτά χρόνων, που έμενε εκεί με τη γιαγιά του. Το σπίτι τους βρισκόταν πολύ κοντά στο δικό μας και, από ό,τι έβλεπα και άκουγα τυχαία, καταλάβαινα πως η αρκετά καλοστεκούμενη και νεάζουσα γιαγιά αντιμετώπιζε τη φιλοξενία της εγγονής της σαν μια βαρετή υποχρέωση. Έτσι, το κοριτσάκι περνούσε το χρόνο του ως επί το πλείστον μόνο του, καθώς δεν υπήρχαν άλλα παιδιά γύρω για να παίξει μαζί τους. Ήταν πραγματικά μόνο του όμως; Χμ Όχι ακριβώς. Όποτε τη συναντούσα, η μικρούλα παραμιλούσε. Στη θάλασσα όπου κατέβαινε και κολυμπούσε πριν από τη γιαγιά (η οποία ερχόταν αργότερα και τσίριζε πάντα στον ίδιο τόνο «Ιιι, δεν σου είπα να με περιμένεις πριν πέσεις;») η μικρούλα βρισκόταν σε ένα ασταμάτητο διάλογο με κάποιο αόρατο πρόσωπο. Ασταμάτητο, με όλη τη σημασία της λέξης... Το κοριτσάκι «έπαιζε» και τα δύο μέρη: «Έλα, πάμε στη θάλασσα» - «Μα, είναι κρύο το νερό» - «Όχι σου λέω, να, είδες, δεν είναι κρύο» - «Α, τι είναι αυτό;» - «Ποπό ένα ωραίο ψάρι» - «Αχ, μη σηκώνεις νερά, με έβρεξες» κ.λπ. Οποιαδήποτε προσπάθειά μου να πιάσω κουβέντα μαζί της απέβη μάταιη. Η μικρούλα μου έριχνε ένα ενοχλημένο βλέμμα και συνέχιζε να κουβεντιάζει με την αόρατη φίλη της, αγνοώντας με. Αναρωτιόμουν αν η γιαγιά το είχε καταλάβει. Όποτε τις έβλεπα μαζί, το κοριτσάκι είχε σταματήσει τη φανταστική συνομιλία. Άραγε, αν η γιαγιά το ήξερε, θα ανησυχούσε όπως είχα ανησυχήσει κι εγώ, πριν από πολλά χρόνια.

Η κόρη μου ήταν τότε περίπου τριών χρόνων. Είχε ήδη, από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει τον εαυτό της, ένα φανταστικό φίλο, τον Μπάμπι. Αυτός ωστόσο ήταν ένα... μαξιλάρι και κατείχε περισσότερο το ρόλο μιας αγαπημένης κούκλας. Ένα μαξιλαράκι με το ελαφάκι της Ντίσνεϊ να απεικονίζεται στη μαξιλαροθήκη, με το οποίο όχι μόνο κοιμόταν, αλλά το είχε κοντά της οπουδήποτε βρισκόταν μέσα στο σπίτι και, φυσικά, όπου πηγαίναμε διακοπές. Είχαμε δύο όμοιες μαξιλαροθήκες, ντύναμε με τη μία το μαξιλάρι και πλέναμε την άλλη για χρόνια ατελείωτα, ώσπου είχαν πια φθαρεί τόσο, που με τη βία διακρινόταν το σχέδιο. Καθώς τότε δεν είχε επανεκδοθεί η ομώνυμη ταινία, η κόρη μου, ανεπηρέαστη από την αληθινή ελαφίσια φύση του Μπάμπι, του είχε δώσει διάφορες ιδιότητες, που άλλαζαν κατά καιρούς - κάποτε είχε αποπειραθεί να φορέσει στο μαξιλάρι μια πάνα της, γιατί «ο Μπάμπι πού θα έκανε τσίσα του;». Τον Μπάμπι λοιπόν τον είχα συνηθίσει. Όμως, ξαφνικά ένα άλλο πλάσμα μπήκε στη ζωή μας. Δεν είχε όνομα, ήταν απλώς «ο φίλος μου». Και δεν ήταν ο Μπάμπι, αυτό το διασταύρωσα. Είχε μάλλον ανθρώπινη μορφή. Βρισκόταν όπου και η κόρη μου και έπρεπε να απολαμβάνει εκ μέρους μου την ίδια περιποίηση με εκείνη. Αν τάιζα τη μικρή, έπρεπε να τείνω το κουτάλι και προς ένα φανταστικό στόμα - μία μπουκιά εκείνη, μία αυτός. Πασαλειβόταν και τον σκούπιζα. Μπάνιο τους έκανα και τους δύο μαζί και με υποδείξεις από τη μεριά της κόρης μου: «Δεν του σκούπισες τα μαλλιά!». Επίσης, έπρεπε να προσέχω πού καθόμουν («Κάνε πιο κει, καλέ μαμά, εδώ κάθεται ο φίλος μου!»). Άρχισα να αγριεύομαι, να σκέφτομαι έντονα ιστορίες με πνεύματα και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να συμβουλευτώ κάποιον ψυχολόγο, αλλά ταυτόχρονα το έπαιζα ψύχραιμη και προσπαθούσα να μάθω τι ακριβώς έκανε αυτός ο φίλος. Προέκυψε ότι ήταν απλώς μια παρέα στο παιχνίδι και δεν φαινόταν κακό παιδί. Έπειτα από μερικούς μήνες, έτσι ξαφνικά, έφυγε. Εξαφανίστηκε προς μεγάλη μου ανακούφιση και η μικρή δεν φαινόταν να νοιάζεται. Άλλωστε, είχε ακόμα τον Μπάμπι, τον οποίο τον αποχωρίστηκε πολλά χρόνια αργότερα.

Η Μαργαρίνη και άλλοι φίλοι Κι εγώ, πολλά χρόνια αργότερα, έμαθα -και ησύχασα πλέον- ότι αυτού του είδους τα περιστατικά δεν είναι καθόλου σπάνια. Αντίθετα, το ποσοστό των παιδιών που μέχρι τα εφτά χρόνια τους είχαν σε κάποια φάση της ζωής τους (κυρίως μεταξύ 3 και 4 ετών) φανταστικούς φίλους έχει υπολογιστεί από διάφορες έρευνες γύρω στο 65 με 75%.

«Και είναι καλό τώρα αυτό», αναρωτιούνται οι γονείς όταν αντιλαμβάνονται κάποιες τέτοιες παρουσίες στη ζωή των παιδιών τους. Στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα οι ειδικοί κρατούσαν επιφυλακτική στάση απέναντι σ’ αυτά τα προϊόντα της παιδικής φαντασίας. Ο Ζαν Πιαζέ, ο Ελβετός πρωτοπόρος της γνωσιακής ψυχολογίας, συνέδεε τους φανταστικούς φίλους με το ανώριμο στάδιο της «μαγικής σκέψης», που τα παιδιά έπρεπε να ξεπεράσουν μεγαλώνοντας, ώστε να αναπτύξουν τις γνωσιακές ικανότητές τους. Ο περίφημος Αμερικανός παιδίατρος και φροϋδικός ψυχαναλυτής Μπέντζαμιν Σποκ παρότρυνε τους γονείς των οποίων τα παιδιά μιλούσαν για αόρατους συντρόφους να δείχνουν σ’ αυτά μεγαλύτερη τρυφερότητα και να είναι πιο πολύ κοντά τους. Αν τα παιδιά εξακολουθούσαν τις φανταστικές ιστορίες, ο δρ. Σποκ συνιστούσε τη βοήθεια ενός παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου για να εντοπιστεί ποια ήταν η ψυχική έλλειψη στο παιδί που έπρεπε να αναπληρωθεί. Άλλοι, πάλι, ειδικοί της εποχής χαρακτήριζαν την εν λόγω κατάσταση ως μια ένδειξη ανασφάλειας, απόσυρσης, ακόμα και λανθάνουσας νεύρωσης.

Στις μέρες μας οι προσποιητοί φίλοι είναι ένα σημαντικό θέμα και οι γνώμες που επικρατούν εκ μέρους των ειδικών μάλλον κλίνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θεωρούν ότι αυτή η τάση των παιδιών συνδέεται με σημαντικές ιδιότητες του ώριμου μυαλού, όπως την ικανότητά του να ξεχωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα και να συμμετέχει στα συναισθήματα ενός άλλου. Συχνά μάλιστα κάνουν έναν παραλληλισμό με τον τρόπο που και οι ενήλικες απορροφώνται από ένα βιβλίο ή μια ταινία, αλλά και με τη σχέση που αναπτύσσουν οι συγγραφείς με τους ήρωες των βιβλίων τους, οι οποίοι ως οντότητες έχουν ψυχικά χαρακτηριστικά από τον ίδιο το δημιουργό και τα βιώματά του, απλώς από ένα σημείο και μετά μοιάζουν να αποκτούν τη δική τους ζωή. Έτσι, λοιπόν, και οι φανταστικοί φίλοι στο μυαλό του παιδιού μερικές φορές αποκτούν μια απόλυτα αληθοφανή υπόσταση, η οποία μπορεί να εξακολουθήσει με μια διαφορετική μορφή ακόμα και στην εφηβική ηλικία, με τα παιδιά να γράφουν ημερολόγια με τη μορφή διηγήσεων προς ένα επινοημένο πρόσωπο, ξεκινώντας με τα λόγια «Αγαπητή Έλενα, σήμερα».

Ποια μορφή, όμως, έχουν οι φανταστικοί φίλοι; Πριν από τρία χρόνια ολοκληρώθηκε μια δεκαετής έρευνα από δύο Αμερικανίδες ψυχολόγους, τη Μάρτζορι Τέιλορ από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον και τη Στέφανι Κάρλσον από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον. Οι δύο γυναίκες διαπίστωσαν ότι όχι μόνο το φαινόμενο είναι διαδεδομένο στα 3/4 των παιδιών (από τα οποία, σημειωτέον, το 25% δεν μίλησε ποτέ στους δικούς του γι’ αυτό), αλλά και ότι πολλά είχαν παραπάνω από ένα φίλο - κάποιο παιδάκι είχε δεκατρείς, σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Οι φανταστικοί φίλοι έπαιρναν αμέτρητες μορφές, από την «ψεύτικη Ρέιτσελ», που ήταν εμπνευσμένη από μια αληθινή Ρέιτσελ, γνωστή του παιδιού, μέχρι ένα μικροσκοπικό ελέφαντα ή ένα λοχία 100 χρόνων που έμοιαζε με κούκλα Τζι-Άι-Τζο. Σε διάφορες περιπτώσεις οι φανταστικοί φίλοι δεν περιορίζονταν σε ένα μέλος της οικογένειας. Ένα αγοράκι είχε επινοήσει τη «Μαργαρίνη», που τον βοήθησε τον πρώτο δύσκολο καιρό του σχολείου. Όταν η μικρότερη αδελφή του πήγε στο σχολείο, η Μαργαρίνη βοήθησε και πάλι, αυτήν τη φορά το κοριτσάκι. Ήταν και τα δύο τόσο πειστικά ως προς αυτήν τη συμμαθήτρια, ώστε η μαμά τους θέλησε να τηλεφωνήσει στους γονείς της.

Μια βοήθεια για τις «ζόρικες» στιγμές Οι φανταστικοί φίλοι εξυπηρετούν πολλούς χρήσιμους σκοπούς. Δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να δοκιμάζουν διαφορετικές σχέσεις σε ένα κρίσιμο στάδιο για την κοινωνική τους ανάπτυξη και τους επιτρέπουν να εξερευνούν ζητήματα ελέγχου, πειθαρχίας και δύναμης χωρίς το άγχος που συνδέεται με την αλληλεπίδραση με αληθινές μορφές εξουσίας, όπως οι γονείς και οι άλλοι ενήλικες. Για παράδειγμα, αν ακούσετε το παιδάκι σας να κατσαδιάζει ένα φανταστικό φίλο, αυτό δεν σημαίνει ότι παραείστε αυστηροί μαζί του. Μπορεί πολύ απλά το παιδί να προσπαθεί να καταλάβει τις ιδέες της εξουσίας, του σωστού και του λάθους, της τιμωρίας. Επιπλέον, ένας φανταστικός φίλος το βοηθάει να αντεπεξέλθει στα δυσάρεστα συναισθήματα, αφού μπορεί άμεσα να γίνει αυτός που έκανε τη ζημιά -έχυσε το γάλα ή μουντζούρωσε τον τοίχο-, καθώς για το παιδί αποτελεί ένα στόχο διοχέτευσης της ενοχής του και του φόβου της επίπληξης.

Οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή ενός παιδιού, όπως ένα νέο αδελφάκι ή ένα διαζύγιο, μπορεί να προκαλούν άγχη που να ανακουφίζονται στη σχέση του με τους φανταστικούς φίλους. Παρακολουθώντας αυτήν τη σχέση, οι γονείς έχουν δυνατότητα να καταλάβουν συναισθήματα και τάσεις που το παιδί δεν εκφράζει. Για παράδειγμα, η προοπτική της μετακόμισης σε μια άλλη γειτονιά μπορεί να αγχώνει ένα τετράχρονο, κάνοντάς το να επιζητά πιο έντονα την παρουσία του φανταστικού φίλου. Αυτό είναι ένας τρόπος εφησυχασμού, καθώς θέλει να εξασφαλίσει ότι τα πρόσωπα που συνδέονται με τη ζωή που έχει συνηθίσει θα είναι μέρος της καθημερινότητάς του ακόμα και στο καινούργιο περιβάλλον του.

Η επιμονή με την οποία τα παιδιά προασπίζονται ή απλώς συντηρούν την ύπαρξη αυτών των συντρόφων μπορεί να ευαισθητοποιήσει περισσότερο κάποιους γονείς που διατηρούν ένα πιο ανοιχτό μυαλό απέναντι στα πνευματικά ζητήματα, ώστε να αναρωτηθούν μήπως δεν είναι και τόσο φανταστικοί στην πραγματικότητα. Όσοι πιστεύουν σε μια πιο πνευματική διάσταση της ζωής, σε μια άυλη πραγματικότητα, δέχονται ότι τα παιδιά βρίσκονται πολύ πιο κοντά σε αυτήν απ’ όσο οι μεγάλοι. Ας μην ξεχνάμε ότι ο τρόπος που τα μωρά και τα μικρά παιδιά μάς κοιτάζουν, με το βλέμμα τους να πέφτει όχι επάνω μας, αλλά γύρω μας, είναι ίδιος με εκείνον που έχουν οι άνθρωποι που μπορούν από φυσικού τους να διακρίνουν αύρες - αλλά και πνεύματα, μιας και πρόκειται για παρεμφερείς ικανότητες. Μια θεωρία λοιπόν είναι ότι τα παιδιά, όντας πιο ανοιχτά σε αυτές τις διαστάσεις, μπορούν να διακρίνουν κάποια πνεύματα-οδηγούς ή ακόμα και φύλακες-αγγέλους με μια μορφή που είναι πιο οικεία στα ίδια τα παιδιά.

Στη λήθη του παρελθόντος Εντέλει, πότε θα έπρεπε να ανησυχήσει κάποιος σε περίπτωση που η παρουσία του φανταστικού φίλου του παιδιού του γίνει επίμονη; Το βασικό κριτήριο είναι η έκταση και η διάρκεια που έχει αυτή η σχέση. Ένα παιδί που αποφεύγει τα άλλα παιδιά προτιμώντας τη φανταστική παρέα του μπορεί ψυχικά να βρίσκεται σε δύσκολη φάση. Οι επινοημένοι φίλοι έπειτα από ένα διάστημα εξαφανίζονται, αλλά αν ένα παιδί εξακολουθεί να επικεντρώνεται μόνο σε ένα φανταστικό σύντροφο, καλό είναι να συμβουλευτείτε κάποιον ειδικό, γιατί ίσως το βασανίζουν κρυφές ανησυχίες και άγχη. Την ίδια τακτική πρέπει να ακολουθήσετε αν ο φανταστικός φίλος φαίνεται να επιβάλλει στο παιδί πράγματα που το ίδιο δεν θέλει να κάνει ή το τρομοκρατεί με κάποιον τρόπο.

Γενικά, πάντως, ο φανταστικός φίλος είναι μια ένδειξη ότι το παιδί σας αντιμετωπίζει τα πολύπλοκα ζητήματα που συναντούν όλα τα παιδάκια καθώς αλληλεπιδρούν με τον κόσμο γύρω τους. Μην αποθαρρύνετε και μην αποδοκιμάζετε ανοιχτά αυτήν τη σχέση -ακόμα και αν δεν την εγκρίνετε, δεν θα την εμποδίσετε- ούτε όμως και να παρεμβαίνετε σ’ αυτήν. Ακολουθήστε τα φανταστικά σενάρια, αλλά μέσα σε κάποια όρια, δείχνοντας ότι δεν ξεχνάτε πως πρόκειται για μια επινόηση. Άλλωστε, και το παιδί το ίδιο μεγαλώνοντας δεν θα επιμείνει. Οι ερευνήτριες Τέιλορ και Κάρλσον αναφέρουν ότι πολλά από τα παιδιά τα οποία ξανασυνάντησαν σε μεγαλύτερη ηλικία στη διάρκεια της δεκάχρονης έρευνας τους έλεγαν, κάπως σαν να αισθάνονταν αμήχανα γι’ αυτό: «Το ξέρετε, όμως, ότι δεν είναι αληθινός, έτσι δεν είναι;».

Όσο για το δικό μας «φίλο», έχει χαθεί πλέον στη λήθη. Όταν προσπάθησα, για τις ανάγκες του άρθρου, να αποσπάσω περισσότερες πληροφορίες για εκείνον, διαπίστωσα ότι η κόρη μου δεν τον θυμόταν πια σχεδόν καθόλου. Έτσι, έμεινε κι αυτός σαν ένα ενθύμιο από τη μαγευτική πορεία προς την ενηλικίωση και ως ένας χαρακτηριστικά επινοητικός και ευφάνταστος τρόπος αντιμετώπισης των συχνά δύσκολων προκλήσεων της ζωής.

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ