Ο άγνωστος κόσμος του Αντρέι Ταρκόφσκι | womenonly.gr
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ
12:19
30/1/2008

Ο άγνωστος κόσμος του Αντρέι Ταρκόφσκι

mail to Εκτυπώστε το Αρθρο
Ενας ερωτευμένος σκηνοθέτης, μια Ελληνίδα πρώην αντάρτισσα που μεσολαβεί για το γάμο του και μια πληγωμένη γυναίκα που θυμάται ακόμα. Αγνωστες σκηνές από την καθημερινή ζωή μιας κινηματογραφικής ιδιοφυϊας.

Ηταν ο μεγάλος φιλόσοφος του ποιητικού σινεμά, ο σκηνοθέτης των βασανιστικά υγρών τοπίων, ο ανατόμος των αναμνήσεων και των ονείρων. Ακολούθησε την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου που είναι εγκλωβισμένος στην ευημερία του τίποτα κι αναζήτησε μια νέα επαφή με το Αγνωστο. Μίλησε για το Θαύμα που υπάρχει (ή που οφείλει να υπάρχει) στην καθημερινότητά μας και νοστάλγησε την εποχή της παγανιστικής αθωότητας. Στις εφτά ταινίες του («Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν», «Αντρέι Ρουμπλιόφ», «Σολάρις», «Καθρέφτης» «Στάλκερ», «Νοσταλγία» «Θυσία») καταπιάστηκε με την πολιτική και τον Χριστιανισμό, την επιστημονική φαντασία και τη μεταφυσική, φτιάχνοντας πάντα ένα ολόκληρο σύμπαν εικόνων, στοχασμού και ποίησης.

Στη ζωή του ο Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι δεν πρέπει να ήταν και πολύ ευτυχισμένος. Γεννήθηκε το 1932, γιος ενός μεγάλου ποιητή της Ρωσίας ο οποίος είχε προβλήματα με το κομουνιστικό καθεστώς, έζησε την παράνοια της λογοκρισίας, είδε τους επίσημους συμπατριώτες του κριτικούς να τον λοιδορούν και τελικά κατέφυγε στη Δύση για να πεθάνει, το 1986, σε ηλικία 54 μόλις ετών. Εζησε όμως και μεγάλες τιμές, σπουδαία φεστιβαλικά βραβεία, διεθνή αναγνώριση και έντονους έρωτες.

Ο πρώτος από αυτούς (για την Ιρμα Ράους-Ταρκόφσκαγια) κατέληξε σε γάμο κι άφησε πίσω του ένα παιδί. Σήμερα η Ιρμα θυμάται τη γνωριμία, τον έρωτα, τον γάμο, την απιστία και τον χωρισμό, μιλώντας στην Ιρίνα Ζάιτσικ του ρωσικού περιοδικού

«Καραβάν» και αποκαλύπτει άγνωστες ιστορίες για τον μεγαλύτερο, μετά τον Αϊζενστάιν, Ρώσο κινηματογραφιστή.

Η Ιρμα Ράους, πρώτη γυναίκα του Αντρέι Ταρκόφσκι, όπως εμφανίστηκε στον «Αντρέι Ρουμπλιόφ».

Η γνωριμία

Τον Ταρκόφσκι τον είδα για πρώτη φορά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου του VGIK (Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας). Οι διάδρομοι στο VGIK ήταν μεγάλοι, έτσι μπόρεσα να τον περιεργαστώ καλά. Περπατούσε με ανέμελο ύφος, τα μαύρα μαλλιά πετούσαν αφύσικα προς τα πάνω, το παντελόνι φθαρμένο, ραμμένο άχαρα από ανδρικά χέρια, ο μεγάλος χαρτοφύλακας από κίτρινο δέρμα με μεγάλες ραφές. Τον κοιτούσα με φανερή επαρχιώτικη περιέργεια και μετά τον είδα να μπαίνει στο εργαστήριο που θα πήγαινα κι εγώ. Ημασταν συμφοιτητές.

Στις πρώτες παραδόσεις ρίχναμε ο ένας στον άλλον μόνο κλεφτές ματιές. Τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε στην πλατεία - έτσι ονομαζόταν το μέρος της αίθουσας το οποίο χωριζόταν με αυλαία.

Την σπουδή του Αντρέι δεν τη θυμάμαι. Ωστόσο θυμάμαι πώς ήρθαμε κοντά, πρόσωπο με πρόσωπο. Στη σπουδή μου έδειχνα μια ζωγράφο η οποία παρατηρούσε μια σύνθεση νεκρής φύσης και ετοιμαζόταν να τη ζωγραφίσει. Στο διάλειμμα με πλησίασε ο Ταρκόφσκι και άρχισε να μου εξηγεί τον τρόπο που πρέπει να παρατηρεί ένας ζωγράφος. Πειράχτηκα λίγο, δεν μου άρεσε να μου κάνουν παρατηρήσεις. Πρόλαβα να δω όμως τα μάτια του, ήταν ανοιχτά καστανά, σχεδόν κίτρινα, με πράσινες σπίθες και το βλέμμα κοφτερό, γρήγορο.

Αρσένι Αλεξάντροβιτς Ταρκόφσκι: Ο πατέρας

Στην αρχή δεν είχαμε χρόνο για ρομάντζες. Από το πρωί διαλέξεις, μετά μαθήματα σκηνοθεσίας. Στην αρχή του 2ου χρόνου πάντως ο Αντρέι αποφάσισε να με γνωρίσει στον πατέρα του. Ο Αρσένι Αλεξάντροβιτς ήταν γνωστός εκείνο τον καιρό ως μεταφραστής. Λίγοι γνώριζαν ότι ήταν ποιητής. Και αυτό, γιατί η πρώτη συλλογή ποίησης του 1946 πέρασε από το κόσκινο της Κεντρικής Επιτροπής, όταν στιγμάτιζαν την ποιήτρια Ανα Αχμάτοβα, τον συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς, τον λογοτέχνη Μιχαήλ Ζόσενκο και πολλούς άλλους, τον ανθό της ρωσικής διανόησης. Βέβαια, δεν σταμάτησε να γράφει ποιήματα, αλλά τα διάβαζε μόνο σε στενό φιλικό κύκλο.

Η ζωή στο πανεπιστήμιο κυλούσε κανονικά κι εγώ ανακάλυψα πως σα να διέθετα υποκριτικό ταλέντο, κάτι που δεν είχα υποψιαστεί νωρίτερα. Στα τρία χρόνια που παρακολουθούσαμε μαθήματα υποκριτικής, είχα άριστα. Ομως η καθηγήτρια της εκφοράς του λόγου δεν με συμπαθούσε. Θεωρούσε πως δεν μπορώ να διαβάσω ποίηση. Στις εξετάσεις μου είπε: «Πάλι, Ιρμα δεν διαβάσατε το μυθιστόρημα, αλλά το παίξατε!» Με βαθμολόγησε με «μέτρια» και με χαρακτήρισε κακομαθημένη, κάτι που δεν έστεκε. Επέστρεψα στεναχωρημένη στη θέση μου κι άκουσα έναν ψίθυρο στ αυτί. «Μην την ακούς! Είσαι καταπληκτική ηθοποιός. Θα πρωταγωνιστείς σ' όλες τις ταινίες μου!» Κοιτάζω, ο Αντρέι. Γέλασα. «Ποιες ταινίες; Είναι μόλις το πρώτο έτος!».

Μια Ελληνίδα μεσολαβεί στην ερωτική εξομολόγηση
Στο τέλος του πρώτου έτους ο Αντρέι άρχισε να με συνοδεύει τα βράδια στη φοιτητική εστία, τις Κυριακές κάναμε βόλτες στην πόλη. Δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο, ήταν στο πλαίσιο των νεανικών μας συναναστροφών. Στο τμήμα μας φοιτούσε μία Ελληνίδα, η Μαρία Μπέικου. Λεπτή, κοκκινομάλλα, με γαλλική μύτη. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε περάσει, ότι κουβαλούσε στους ώμους της μια ζωή, γεμάτη με τραγικά συμβάντα. Η Μαρία ήταν πολιτική πρόσφυγας. Στην Ελλάδα, μόλις έγινε 17 χρονών, ακολουθώντας τον μεγάλο αδερφό της, εντάχθηκε στο κομουνιστικό κόμμα και ανέβηκε στο βουνό, βγήκε στο αντάρτικο, να πολεμήσει τους Γερμανούς. Εκεί τραυματίστηκε. Στην εμπροσθοφυλακή ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Γεωργούλα Μπέικο. Τους Γερμανούς τους έδιωξαν, αλλά την εξουσία την κατέλαβαν πραιτοριανοί στρατιωτικοί, που άρχισαν να κυνηγούν τους κομουνιστές. Τον άντρα της Μαρίας τον έπιασαν και τον καταδίκασαν σε 20 χρόνια φυλάκιση. Η Μαρία μπόρεσε και διέφυγε και βρέθηκε στη Σοβιετική Ενωση. Χάρη στην ωραία, βαθιά φωνή της, την επέλεξαν για το ελληνικό τμήμα της Ραδιοφωνίας. Οταν απελευθέρωσαν τον άντρα της, η «Αυγή» κατάφερε να τον στείλει στη Μόσχα, ως ανταποκριτή δημοσιογράφο. Ετσι, ξανασυναντήθηκαν ύστερα από 16 ολόκληρα χρόνια. Με τον Αντρέι και άλλους φίλους τον καλωσορίσαμε. Ολοι κλαίγαμε. Μετά την μεταπολίτευση στην Ελλάδα κι ενώ η Μαρία έτρεχε για την επανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, ο Γεωργούλας πέθανε, δεν πρόλαβε να γυρίσει στην πατρίδα. Η Μαρία ήταν αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας με τον Αντρέι. Ηταν για μένα σαν αδερφή. Μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, δεν άφησε τη δουλειά της και μετά τα μαθήματα βιαζόταν να πάει στη Ραδιοφωνία. Ο Αντρέι όταν μπορούσε, πάντα τη συνόδευε. Ετσι ήταν η πρώτη που άκουσε την ερωτική εξομολόγηση του Αντρέι για μένα. Αυτές οι συζητήσεις πήραν καιρό. Η Μαρία σιωπούσε, κρατώντας το μυστικό, σαν αληθινή παρτιζάνα. Τότε ο Αντρέι σκέφτηκε να μου κάνει πρόταση. Ετσι μου το ξεφούρνισε μια μέρα. «Παντρέψου με!» Ο Αντρέι μου άρεσε, αλλά ο γάμος; Και η ελευθερία, η ανεξαρτησία; Ημουν τελείως αποπροσανατολισμένη από μια ρεαλιστική πραγματικότητα. Κι ο Αντρέι ήταν έτσι. Και το σπουδαιότερο και ίσως το πιο σπουδαίο, τον φοβόμουν κι όμως τον παντρεύτηκα.

Ο γάμος. Η Ιρμα πατάει το πόδι του Ταρκόφσκι!
Συχνά πιστεύεις στη διαίσθησή σου, αλλά για κάποιο λόγο ενεργείς αντίθετα απ αυτή. Φοβόμουν πολύ να γνωρίσω τη μητέρα του Αντρέι, τη Μαρία Ιβάνοβνα, γενικά φοβάμαι λίγο τις γυναίκες. Η Μαρία Ιβάνοβνα είχε αυστηρά γκρι μάτια και μια μεγάλη πλεξούδα τυλιγμένη ανέμελα πίσω. Στην πρώτη συνάντηση με κοιτούσε προσεχτικά και με επιφύλαξη. Οταν ο Αντρέι της είπε ότι ερωτεύτηκε μια συμφοιτήτριά του που της έμοιαζε εξωτερικά, σήκωσε, χαμογελώντας, τους ώμους. Ο Αντρέι ήταν πολύ ερωτικός άντρας,

όπως μου είπε. Μια φορά, αστειευόμενη, είπε κάτι πολύ σοφό «Τους Ταρκόφσκι είναι δύσκολο να μην τους ερωτευτείς, αλλά είναι ρίσκο να τους παντρευτείς». Τους αγαπούσα πολύ και τους δυο, αν και διαφορετικά. Γνωρίζοντας τον πατέρα του, κατάλαβα πιο πολύ τον Αντρέι. Η μητέρα του, ήρεμη και δυνατή, μου μετάδωσε αυτοπεποίθηση. Αρχισα να μη φοβάμαι πια.

Στο πανεπιστήμιο τελειώναμε το τρίτο έτος, πλησίαζε η πρακτική, μπορούσαν να μας στείλουν σε διαφορετικά στούντιο, δεν θέλαμε να χωρίσουμε. Μια ανοιξιάτικη ηλιόλουστη μέρα περπατούσαμε στη Μεγάλη Σερπουχόφσκαγια. Ο Αντρέι με τράβηξε από το χέρι. Ημασταν κοντά στο Ληξιαρχείο. «Δύσκολο να μπούμε;», γελάει ο Αντρέι. Κι εγώ γελώ. «Η εργάσιμη μέρα μάλλον τελείωσε». Ετσι, γελώντας, μπήκαμε στη μοναδική ανοιχτή αίθουσα όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα μάζευε τα χαρτιά. Ο Αντρέι συγκέντρωσε όλη του τη γοητεία. «Ποια αίτηση» -φώναξε- «με παρακάλια την έβαλα μέσα και σε λίγες μέρες μας περιμένει ταξίδι. Εχουμε πρακτική και θα μας στείλουν σε διαφορετικά σημεία μέσα στην αχανή χώρα. Εχουμε τις ταυτότητες και τις φοιτητικές μαζί μας». Με τρόμο μου ψιθυρίζει: «Ιρκα, έχεις ταυτότητα;» Βγάζω την ταυτότητα. «Νάτες! - φωνάζει ο Αντρέι. Ευτυχής σύμπτωση! Δεν θα θέλατε να σκοτώσετε τον έρωτά μας!».

Δεν θυμάμαι τι άλλο έλεγε, η γυναίκα άρχισε να γελά και μας συμβούλευσε να συμπληρώσουμε τα έντυπα. Μετά σάλιωσε τη σφραγίδα και με χτύπο επικύρωσε το πιστοποιητικό. Η καρδιά μου για μια στιγμή πάγωσε. Οταν έπρεπε να μπούνε οι υπογραφές, η γυναίκα μου είπε σιγά: «Το πόδι, το πόδι, πάτησέ τον, θα σαι η αρχηγός στο σπίτι!». Ο Αντρέι το άκουσε και άπλωσε το πόδι. «Ελα, πάτησέ το. Δεν με ενοχλεί». Καλά, φορούσα και σπορτέξ...

(Σημείωση: Το Ιρκα είναι υποκοριστικό του ονόματος Ιρμα)

Εγγαμος βίος στην εστία
Ετσι η πρακτική ήταν για μας κάτι σαν ταξίδι του μέλιτος. Την περάσαμε στη Οδησσό, κοντά στον καταπληκτικό σκηνοθέτη Μάρλεν Χουτσίεφ. Γύριζε την ταινία «Οι Δυο Φεντόρ». Στην Οδησσό ζούσαμε σε ξενοδοχείο κι όταν μετά από μερικούς μήνες γυρίσαμε στη Μόσχα, αποδείχτηκε πως δεν είχαμε δικό μας μέρος για να μείνουμε. Ο Αντρέι πήγε στους δικούς του και εγώ στον θείο μου ή στην Εστία, δεν θυμάμαι, κι εδώ κι εκεί. Αρχίσαμε να ψάχνουμε δωμάτιο στα δημοτικά διαμερίσματα. Το θέμα ήταν ότι τα δωμάτια αυτά δεν δίνονταν για πάντα. Κι έτσι ξεσπιτωνόμασταν και πάλι. Δεν το παίρναμε όμως βαριά. Είχε και τον ρομαντισμό της αυτή η ιστορία. Πάλι δίναμε ραντεβού, κάναμε βόλτες, όταν έκανε κρύο καθόμαστε στο Μετρό. Ο Βάσια Σουκσίν που ζούσε ακόμα σε Εστία, γελούσε: «Παιδιά, κι αν γίνετε διάσημοι; Θα χρειαστούν τόσες πλακέτες για να κρεμαστούν σε όλα τα σπίτια που ζήσατε!». Τώρα στα σπίτια που ζήσαμε υπάρχουν αναμνηστικές πλακέτες. Τότε, μας φαινόταν αστείο...

Ο «Χρυσός Λέων» σε ένα δυάρι
Για την ταινία «Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν» και για το Φεστιβάλ της Βενετίας, πολλά γράφτηκαν. Θα πω μόνο αυτό, ότι αυτή η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι και εμείς αποκτήσαμε δυάρι. Βέβαια, εκτός από το βραβείο, έπαιξε ρόλο και ο ερχομός του μικρού Αρσένι που γεννήθηκε αυτή την εποχή.

Αρχισε ένα άλλο κομμάτι της ζωής μας. Σε ένα άδειο διαμέρισμα, με ένα νεογέννητο, δεν μπορούσα να τα καταφέρω και για κάποιο διάστημα ζούσα στους γονείς μου. Στον Αντρέι λείπαμε, ερχόταν να μας δει, όμως, το σπίτι των γονιών ήταν μικρό και τον έστελνα πίσω. Ηθελα να τον προφυλάξω από τη μιζέρια της καθημερινότητας, την οποία αντιπαθούσα κι εγώ. Υστερα, είχε τις επαγγελματικές επιτυχίες του: ταξίδια στα διεθνή φεστιβάλ, καινούργιες χώρες, ενδιαφέρουσες συναντήσεις και ήθελα να νιώθει ελεύθερος!

Ο «Αντρεϊ Ρουμπλιόφ» και η αρχή της διχόνοιας
Η προεργασία για το σενάριο στον «Ρουμπλιόφ» έφτανε στο τέλος της. Ο Αντρέι το έγραφε μαζί με τον Κοντσαλόφσκι στο εξοχικό των Μιχαλκόφ. Γελώντας, έλεγε: «Το ρόλο της μουγκής ανόητης θα τον παίξει η Ιρκα. Δεν χρειάζεται να παίξει και τίποτα δηλαδή, η αγαθότητα είναι στο χαρακτήρα της».

Ο Αντρέι άρχισε να προετοιμάζεται για τα γυρίσματα. Στην αρχή με έπαιρνε μαζί του. Μετά σταμάτησε. Δεν αντέδρασα. Η παρέα ήταν ανδρική, με δικούς της κώδικες. Ο Αντρέι ήταν ενθουσιασμένος από το νέο περιβάλλον. Τώρα μπορούσες να ακούσεις και στο δικό μας τραπέζι συνομιλίες του τύπου: «Αντρέι, είσαι μεγαλοφυϊα. Και μια μεγαλοφυϊα πρέπει να είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι επιθυμεί. Το χρέος της γυναίκας, να υπηρετεί τον άντρα. Η γυναίκα σου δεν σε προσέχει, σε κριτικάρει και από πάνω!» Με τον Αντρέι δεν είχαμε τέτοια θέματα, πάντα ζητούσε τη γνώμη μου. «Δείρε την μια φορά -συμβούλεψε ο Αρτούρ- θα γίνει σαν μετάξι!» «Να δείρω την Ιρκα;» - γελούσε ο Αντρέι, αλλά με κοίταζε προσεκτικά και παράξενα.

Ολα αυτά μου φαίνονταν σαν μια κακόγουστη φάρσα. Εκείνο τον καιρό το σπίτι μας σαν να άδειασε. Οι καινούργιοι φίλοι δεν έδεναν με τίποτα με τους παλιούς. Εγώ συνέχιζα να τους βλέπω, πήγαινα στα σπίτια τους όταν εμφανιζόταν ο Αρτούρ με την παρέα του. Ο Αντρέι θύμωνε. Στη σχέση μας άρχισε να μπαίνει η διχόνοια.

Αρχισαν τα γυρίσματα του «Ρουμπλιόφ». Σύνθετη ταινία, απαιτούνταν μερικές μεγάλες αποστολές. Πίστευα πως όλες αυτές οι αηδίες περί κώδικα συμπεριφοράς των «αληθινών» αντρών θα του έβγαιναν από το κεφάλι. Μάταια!

Λαρίσα Πάβλοβνα: Η «άλλη» γυναίκα
Εγώ έπαιζα στον «Ρουμπλιόφ» αλλά τον καιρό εκείνο έχασα τον πατέρα μου στο Καζάν κι έφερα τη μητέρα μου στη Μόσχα. Δεν ήθελα να τους αφήνω με το παιδί για πολύ διάστημα μόνους. Στην αποστολή ταξίδευα όταν γυρίζονταν οι σκηνές όπου πρωταγωνιστούσα. Μετά από κάποιο διάστημα η υπεύθυνη της ομάδας προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι τους άντρες δεν πρέπει να τους αφήνουμε για πολύ μόνους, ο Αντρέι έπληττε. Μου φαινόταν, όμως, ανόητο όταν οι σύζυγοι των σκηνοθετών, χωρίς να έχουν δουλειά, ανακατεύονταν στα πλατό. Η υπεύθυνη τελικά είχε δίκιο. Σε ένα από τα ταξίδια μου στο Βλαδίμιρ, την πόρτα του δωματίου του Αντρέι την άνοιξε η βοηθός σκηνοθέτη. Την είχα δει στην ομάδα, δεν ήξερα όμως το όνομά της. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με πιάτα και ποτήρια. Ο Αντρέι άρχισε να με αγκαλιάζει υπερβολικά θερμά και νευρικά, εξηγώντας μου πως η διοίκηση είναι γεμάτη με χασομέρηδες και δεν μπορείς να φας ένα πιάτο φαϊ, αν δεν ήταν η Λαρίσα Πάβλοβνα... Οσο μιλούσε ο Αντρέι, η Λαρίσα Πάβλοβνα μού γέμιζε το πιάτο και προσπαθούσε να με καθίσει στο τραπέζι. «Η Ιρκα δεν τρώει μπορς», φώναξε ο Αντρέι, ανοίγοντας την πόρτα στην υπεύθυνη της ομάδας που ήρθε τάχα να ειδοποιήσει για τα γυρίσματα. Αρνούμαι ευγενικά το φαγητό. Ο Αντρέι σαν να συνέρχεται, ευχαριστεί τη Λαρίσα Πάβλοβνα, η οποία επιτέλους βγαίνει από το δωμάτιο. «Συγγνώμη, σκέτο τρελοκομείο», λέει ο Αντρέι. Το απογοητευμένο ύφος του μου φάνηκε κωμικό.

Δεν αντιλήφθηκα τίποτα και δεν έδωσα σημασία. Υπερβολικός ζήλος επιμέλειας, σκέφτηκα. Στα γυρίσματα πάντα προσέχουν τον σκηνοθέτη. Ο βοηθός είναι πάντα στο πλατό, δίπλα, είναι στις υποχρεώσεις του. Μετά έμαθα ότι η Λαρίσα Πάβλοβνα επίτηδες δεν έφευγε από το δωμάτιο, ελπίζοντας ότι θα τα καταλάβω όλα και θα δημιουργήσω σκάνδαλο. Αυτό το σκάνδαλο το περίμενε όλη η ομάδα. Τέτοιες ιστορίες δημιουργούνταν στα γυρίσματα, όλοι μένουν σε ένα ξενοδοχείο και γνωρίζουν τα πάντα. Ολο αυτό τον καιρό γύρω από τον Αντρέι στριφογύριζαν διάφοροι θαυμαστές και θαυμάστριες. Πότε εξαφανιζόταν από το σπίτι, πότε εμφανιζόταν με θορυβώδεις παρέες. Η μητέρα μου θεώρησε καλό να φύγει με τον μικρό Αρσένι από το σπίτι.

Ο «Καθρέφτης» και η βίβλος
Το 1968 ο Αντρέι μαζί με τον Σάσα Μισάριν πήγαν στο καλλιτεχνικό κέντρο «Ρέπινο» για να γράψουν το σενάριο για τον «Καθρέφτη». Από τον «Ρουμπλιόφ» είχαν περάσει τρία χρόνια. Σαν να συνερχόταν, ο Αντρέι μου ζήτησε να ταξιδέψω μαζί του. «Οταν γυρίσουμε, έλεγε, θα κάνουμε μια μεγάλη γαμήλια τελετή. Και στον «Καθρέφτη» θα παίξεις την πρωταγωνίστρια, αν όχι εσύ, ποια άλλη;». Ολα όμως ήταν πλέον ανέφικτα. Το σενάριο στο «Ρέπινο» τελείωσε. Ο Αντρέι δεν ξαναγύρισε σπίτι. Οταν σκέφτομαι τον τρόπο που έφυγε, μου έρχονται στο μυαλό οι δημιουργοί της Αρχαίας Ελλάδας. Αν ένας καλλιτέχνης καταλάβαινε ότι ένα κεφάλαιο της ζωής του έκλεινε, έπαιρνε τα σύνεργά του κι έφευγε για άλλη γη. Και άρχιζε από την αρχή χωρίς να κοιτά το παρελθόν. Ομως ο Αντρέι δεν πήρε τα σύνεργά του. Το μοναδικό πράγμα που πήρε από το σπίτι μας ήταν η Βίβλος, η οποία ήταν γεμάτη από τις σημειώσεις του. Στην αρχή ερχόταν πού και πού, μετά είπε ότι του ήταν δύσκολο. Οταν μεγάλωσε ο Αρσένι πήγαινε μόνος του στον πατέρα του. Και όταν ο Αντρέι έφυγε στη Δύση, δεν τηλεφωνούσε σε μας, αλλά στη Μαρία Μπέικου, στην Αθήνα. Ρωτούσε στην αρχή. «Μήπως είναι η Ιρκα εκεί;» Ηξερε ότι ταξίδευα συχνά στη Μαρία. Η Μαρία, η οποία δεν μπόρεσε να του συγχωρέσει το δεύτερο γάμο, θύμωνε. «Να τηλεφωνήσεις στη Μόσχα, όχι σε μένα!» Δεν της κρατούσε θυμό και της ξανατηλεφωνούσε. Μάλλον του ήταν πιο εύκολο να τηλεφωνεί στην άγνωστη Αθήνα.

Πόσα φλιτζάνια τσάι ήπιαμε με τη μητέρα του Αντρέι στην κουζίνα, γεμάτη από καπνούς τσιγάρων! Δεν μπορούσε για πολύ καιρό να χωνέψει ότι με τον Αντρέι ακολουθήσαμε τη μοίρα της με τον Αρσένι Αλεξάντροβιτς. Σπούδαζαν και αυτοί στο ίδιο πανεπιστήμιο, παντρεύτηκαν όσο ήταν φοιτητές ακόμα και χώρισαν, όταν ο γιος τους ο Αντρέι ήταν τεσσάρων ετών. Μια κακόγουστη επανάληψη.

Για το ρόλο μου στον «Ρουμπλιόφ» πήρα το «Κρυστάλλινο Αστέρι» της Γαλλικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Νομίζω για το βραβείο αυτό ήταν πιο περήφανος ο Αντρέι, παρά εγώ. Δεν ήθελα ποτέ να γίνω ηθοποιός.

Το διαζύγιο
Επισήμως χωρίσαμε το 1970. Το είχα ζητήσει και πιο πριν, αλλά ο Αντρέι μου ζήτησε να περιμένουμε. Του ήταν βολικό να παρουσιάζεται παντρεμένος. Ξαφνικά μου τηλεφώνησε. Η Λαρίσα ήταν έγκυος. Και το διαζύγιο είχε έναν παραλογισμό. Οταν μπήκα στη δικαστική αίθουσα, ο Αντρέι σηκώθηκε, με χαιρέτησε και με φίλησε όπως πάντα. Καθίσαμε. Ο δικαστής μας κοίταξε και με αυστηρή φωνή ρώτησε: «Θα χωρίσετε ή το ξανασκεφτήκατε;». Γνέψαμε με τα μάτια ότι χωρίζουμε. «Τότε υπογράψτε». Απ ό,τι κατάλαβα όλα ήταν έτοιμα από πριν. Υπογράψαμε, βγήκαμε έξω, στεκόμασταν άλαλοι. Ο Αντρέι μου πρότεινε να πάμε για φαγητό. Αρνήθηκα, λέγοντας πως έχω δουλειά στο στούντιο. Είδα ένα ταξί, μπήκα γρήγορα μέσα. Φοβήθηκα μην κλάψω και με δει. Πριν από καιρό διάβασα τους στίχους: «Ας αποκοιμηθούμε στο δάσος ή ας κλάψουμε, όπως στα παιδικά μας χρόνια...»

Ενα όνειρο
Στη δεκαετία του 1970, ο Αντρέι αφηγήθηκε στον Μίσα Ρομάντιν ένα όνειρο που έβλεπε αρκετές φορές. «Ονειρεύομαι ότι ανεβαίνω τις σκάλες κάποιας πολυκατοικίας ή κάποιου λατομείου. Η σκάλα είναι ατελείωτη. Θέλω να φτάσω στο παλιό διαμέρισμα όπου ζούσαμε με την Ιρκα, ανεβαίνω και κρατιέμαι από τον τοίχο, γιατί η σκάλα συνέχεια γκρεμίζεται. Οταν ανοίγω την πόρτα, αντικρίζω κάτι τρομαχτικό. Διασχίζω το διάδρομο... στο πάτωμα ένας καθρέφτης. Κοιτάζω, βλέπω την εικόνα μου... μα δεν είμαι εγώ! Από τον καθρέφτη με κοιτάει ένα νεανικό χυδαίο πρόσωπο επαρχιώτη ομορφονιού. Ξυπνάω, αλλά η τελευταία σκέψη στο όνειρο μένει: Γιατί το έκανα; Γιατί άλλαξα το κανονικό μου πρόσωπο με το πρόσωπο ενός ατάλαντου;». Σ αυτό, πιστεύω, είναι όλος ο Ταρκόφσκι. Το ανέφικτο, εφικτό στις ταινίες του. Ο καθρέφτης, ένα αντικείμενο μαγικό. Πόσα πρόσωπα κρύβονται μέσα μας; Και ποιο αντικατοπτρίζεται, τελικά;

Πέρασαν 21 χρόνια από τότε που χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μας και μια αδιάφορη αντρική φωνή μου ζήτησε να φωνάξω τον γιο μου, τον Αρσένι Αντρέγιεβιτς. Απάντησα: «Λείπει, να του μεταφέρω κάτι;». «Πείτε του πως χθες στο Παρίσι πέθανε ο πατέρας του». Πάγωσα με το ακουστικό στο χέρι... Μετάφραση: Μαρίνα Παπαδημητρίου

Από 31 Ιανουαρίου μέχρι 6 Φεβρουαρίου, το Τριανόν Filmcenter φιλοξενεί το αφιέρωμα στον Αντρέι Ταρκόφσκι με τίτλο «Από το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας μέχρι τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν». Παρουσία της διευθύντριας του Ιδρύματος Ταρκόφσκι, Πάολα Βόλκοβα, του γιου του σκηνοθέτη, Αρσένι, και της κας Μαρίας Μπέικου, συν-σκηνοθέτριας της ταινίας «Οι Φονιάδες» και συμφοιτήτριας του Ταρκόφσκι, θα προβληθούν: «Τα Παιδικά Χρόνια Του Ιβάν» - πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, βραβευμένη με το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1962, «Οι Φονιάδες» («Τhe Κillers») του 1956 - πρώτη μικρού μήκους ταινία του, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ, το «Δεν Εχει Αδεια Σήμερα» - μικρού μήκους ταινία του 1959, η πτυχιακή εργασία του «Ο Οδοστρωτήρας και το Βιολί» του 1960, το ντοκιμαντέρ του Κρις Μαρκέρ «Μία Μέρα Στη Ζωή Του Αντρέι Αρσένιεβιτς» και το ντοκιμαντέρ του 1987 σε σκηνοθεσία του Αλεξάντερ Σοκούροφ με τίτλο «Η Ελεγεία Της Μόσχας».

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ