Ο ποιητής της μελαγχολίας | womenonly.gr
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ
12:16
23/10/2007

Ο ποιητής της μελαγχολίας

mail to Εκτυπώστε το Αρθρο
Συγγραφέας, συνθέτης, τραγουδιστής και ποιητής, ο Λέοναρντ Κοέν, μέσα από μια προσέγγιση ενίοτε ειρωνική, αλλά αμετάκλητα λατρευτική, μιλάει για τις γυναίκες της ζωής του, το ερωτικό πάθος και τον πόνο, τη θλίψη του θανάτου, την παρηγοριά της θρησκείας, αλλά και για την ελπίδα...

Από τον Γιώργο Βαϊλάκη

Η αξιοπρέπεια της θλίψης

Ξεκίνησε τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις ως ποιητής και συγγραφέας μερικά χρόνια προτού γίνει διάσημος για τις σκοτεινές του μπαλάντες. Η ενασχόλησή του με την ποίηση υπήρξε εξ αρχής σοβαρή, αν και η αξία της έμελλε να επισκιαστεί ως ένα βαθμό από τη μετέπειτα φήμη του ως ερμηνευτή των μυθικών πια τραγουδιών του. Πάντως, ήδη από την παιδική του ηλικία είχε δώσει δείγματα μιας ξεχωριστής ποιητικής ευφυϊας και ευαισθησίας μέσα από σκόρπιους στίχους που κατέγραφε σε σημειωματάρια, τα οποία βρέθηκαν στο Μόντρεαλ, στο πατρικό του σπίτι. Είχε προηγηθεί ο θάνατος του πατέρα του, ενός ευκατάστατου Εβραίου εμπόρου υφασμάτων όταν ο Λέοναρντ ήταν μόλις 6 ετών, γεγονός που σημάδεψε ανεξίτηλα τον ψυχισμό του για όλη του τη ζωή. Αλλά η έντονη ποιητική του προδιάθεση θα επιταθεί όταν σε κάποια από τις εξορμήσεις του σε παλαιοβιβλιοπωλεία, το 1949, ανακαλύπτει μια συλλογή ποιημάτων του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η επίδραση στην καλλιτεχνική του διαμόρφωση υπήρξε καταιγιστική, μέσα από την απρόβλεπτη αλληλουχία εικόνων και την προσχεδιασμένη αντιπαραβολή του ιερού με το βλάσφημο. Η ποίηση του Λόρκα, όμως, θα του διδάξει και κάτι ακόμη:

την κάπως αυτάρεσκη αξιοπρέπεια της θλίψης. Από εκείνη τη χρονιά, ο νεαρός Καναδός υπεισέρχεται αποφασιστικά στον κόσμο της ποίησης, διαβάζοντας τους κλασικούς του είδους και καταγράφοντας συστηματικά στίχους δικής του έμπνευσης. Λίγο αργότερα, οι λογοτεχνικές σπουδές του στο πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ θα τον οδηγήσουν σε μια περαιτέρω εξοικείωση με το έργο των Γέιτς, Πάουντ, Ελιοτ, Σέλεϊ, Κιτς, Μπλέικ και Ρεμπό και το 1956 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή, Let us compare mythologies. Σ αυτά τα ποιήματα διαφαίνεται μια διάχυτη επίδραση από τους beat ποιητές της εποχής. Ετσι, ο Κοέν θα εστιάσει στην ουσιωδέστερη διερεύνηση της σχέσης του με την άμεση εμπειρία: «Το πως δολοφόνησες την οικογένειά σου / δεν σημαίνει τίποτα για μένα / ενόσω τα χείλη σου κινούνται / κατά μήκος του κορμιού μου.» Στην πραγματικότητα, αυτή η ποιητική συλλογή εμπεριέχει εν ψήγματι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του έργου του: το βαθύτατα προσωπικό βίωμα που καταφέρνει και μετουσιώνεται σε συλλογικό. «Είχα πάντα μια δημοσιογραφική προσέγγιση στην ίδια μου την εμπειρία. Προσπάθησα να την περιγράψω με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Να τι είναι η ποίηση για μένα: ακρίβεια μια ακριβής περιγραφή της εμπειρίας. Για να γίνεις πολύ ακριβής και συνεπής, είναι αναγκαίο πολλές φορές να μη χρησιμοποιήσεις ακριβώς τα γεγονότα», λέει σε συνέντευξή του, για να καταλήξει: «Δεν επιτρέπω ποτέ στα γεγονότα να εμποδίζουν την αλήθεια.»

Το τέλος μιας αρχής

Αυτή η επίμονη αναζήτηση της αλήθειας είναι έκδηλη ήδη από την εφηβική του ηλικία, με σταθερό μοτίβο τη συνεχή προσπάθεια κατανόησης του μαγικού κόσμου των γυναικών. Η επόμενη ποιητική συλλογή του, The Spice Box of Earth (1961) αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στη μυστηριώδη σαγήνη που ασκούν πάνω του οι γυναίκες, ενώ το ερωτικό πάθος, μαζί με τον πόνο, τη μοναξιά, τη θρησκευτική αναζήτηση, τη θλίψη του θανάτου και την ελπίδα για έναν κόσμο λιγότερο προβληματικό, γίνονται τα θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται ολόκληρο το έργο του: «Με την Ανι να έχει πια φύγει / ποια μάτια τάχα να συγκρίνω / με τον ήλιο το πρωί;» Ακολουθεί το ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Το αγαπημένο παιχνίδι (1963), η πρώτη πεζογραφική του απόπειρα, με την οποία ωστόσο επιδεικνύει μια εντυπωσιακή ωριμότητα. Σ αυτό υιοθετεί την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, τοποθετώντας ως κεντρικό χαρακτήρα το alter ego του, Λόρενς Μπρίβμαν, ένα παιδί με πρόωρη πνευματική ανάπτυξη το οποίο σταδιακά θα εξελιχθεί σε ονειροπόλο έφηβο που ερωτοτροπεί με την ομορφιά σε όλες τις εκφάνσεις της και τελικά σε ένα νέο ποιητή που αντιμετωπίζει τη ζωή ως έργο Τέχνης. Συνολικά το βιβλίο αυτό αποτελεί μια εξομολόγηση του Λόρενς στη Σέλι, τη γυναίκα της ζωής του, που όμως την εγκατέλειψε αφού αδυνατούσε να φανταστεί τον εαυτό του σαν έναν αστό ενσωματωμένο στο κοινωνικό σύστημα, με γυναίκα και δουλειά. Εδώ η Τέχνη αντιγράφει απαράμιλλα τη ζωή: Ο Κοέν δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά είναι πατέρας δύο παιδιών, του Ανταμ και της Λόρκα, που απέκτησε με τη Σούζαν Ελροντ.

Το πεζογράφημα διαπερνάει τις δεκαετίες του 30, 40 και 50, εξιστορώντας διαδοχικά την παιδική ηλικία, την εφηβεία, την πρώτη νιότη και την ενηλικίωσή του, με τα βιώματά του να συνοδεύονται από ποιητικούς σχολιασμούς του διαποτισμένους με μια έντονη μελαγχολία. Η ικανότητα του Κοέν να εκφράζει τον ερωτικό πόθο, τη λαχτάρα για γνώση και κυρίως την ανάγκη της ποιητικής δημιουργίας, καθηλώνει τον αναγνώστη, ενώ παράλληλα προσφέρει κλειδιά για τις ποιητικές συλλογές, τους στίχους και γενικότερα το μικρόκοσμο των ενδιαφερόντων του. Μέσα από ένα διεξοδικό εσωτερικό απολογισμό, διαφαίνονται έντονα οι υπαρξιακές αγωνίες, οι κοινωνικές και αισθητικές ανησυχίες, η χρόνια κατάθλιψη και οι αλλεπάλληλες ερωτικές του περιπέτειες. Ο νεαρός καλλιτέχνης περιφέρεται στην παλιά του γειτονιά, μοιράζεται το βάρος της εβραϊκής του κληρονομιάς και το φάσμα της απώλειας του πατέρα και εξυμνεί την ανεμελιά της νεότητας. Η γυναίκα, πάντως, θα γίνει και πάλι γι αυτόν το κέντρο γύρω από το οποίο στροβιλίζονται τα πάντα. Στο τέλος, έχοντας συνταιριάξει τα διάσπαρτα κομμάτια του παλιού του εγώ, θα πει αντίο σε όλα αυτά και θα αναζητήσει άλλους δρόμους. Το έργο αυτό σηματοδοτεί το τέλος μιας αρχής γεμάτης υποσχέσεις που ως επί το πλείστον έμελλε να πραγματοποιηθούν. Παράλληλα, αποτελεί και μια εξαιρετική εισαγωγή στον κόσμο του ποιητή και τροβαδούρου, έναν κόσμο όπου ποίηση και μουσική αλληλοσυμπληρώνονται, με τα ποιήματά του να είναι τόσο μουσικά όσο και υποβλητικά, αλλά και τους στίχους των τραγουδιών του να είναι ποιήματα που λειτουργούν μέσω της μουσικής.

Ο μαγικός κόσμος των γυναικών
Το 1963 θα ανακαλύψει την Υδρα όπου και εγκαθίσταται συνεχίζοντας να γράφει ποιήματα καθώς και το μυθιστόρημα Beautiful losers (1966), με το οποίο θα γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία. Ωστόσο, η λογοτεχνική καταξίωση δεν είναι ικανή να του εξασφαλίσει τα προς το ζην κι έτσι το 1967 μετακομίζει στην Αμερική για να αφοσιωθεί στη μουσική. Εξάλλου, από πολύ νωρίς, όταν στα εφηβικά του χρόνια έπαιζε ς ένα συγκρότημα κάντρι, είχε ανακαλύψει ότι «οι κιθάρες εντυπωσιάζουν τα κορίτσια».

Την ίδια χρονιά, και λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, Songs of Leonard Cohen, σε κάποιες συναυλίες φολκ η τραγουδίστρια Τζούντι Κόλινς κάνει γνωστό το τραγούδι του, «Σουζάν», το οποίο αναφερόταν στη γυναίκα ενός γλύπτη φίλου του, τη Σουζάν Βερντάλ, την οποία ποθούσε αλλά δεν τη διεκδίκησε χάριν της φιλίας: «Και το ξέρεις ότι σε εμπιστεύεται / επειδή άγγιξες το πανέμορφο κορμί της / μόνο με το μυαλό σου.»

Κατά καιρούς, πολλές γυναίκες διαδραμάτισαν το ρόλο της μούσας στο έργο του: Το «So long Μarianne» απευθυνόταν στη Μαριάν Γιένσεν, μια σπάνιας ομορφιάς Νορβηγίδα με την οποία ο Κοέν έζησε την πιο ειδυλλιακή περίοδο της ζωής του στην Υδρα, ενώ το «Sisters of mercy» γράφτηκε έπειτα από την περιπέτειά του με δύο αδελφές στις οποίες πρόσφερε καταφύγιο στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο. Οσο για το «Chelsea Hotel 2», αναφέρεται σε μια σύντομη και μάλλον ελάχιστα ρομαντική συνεύρεσή του με την Τζάνις Τζόπλιν. Και βέβαια το αριστουργηματικό «Famous blue raincoat», μια φαινομενικά απλή εξιστόρηση κάποιας αποτυχημένης ερωτικής ιστορίας, η οποία είναι ιδιοφυής μες στην απλότητά της: η ψύχραιμη αποτίμηση της αποτυχίας, μέσα από μια ανυπόκριτη τρυφερότητα. Πάντως, ο ερωτικός λόγος του Κοέν απέχει από τις συνήθεις ευκολοσχημάτιστες συγκινήσεις και εσωκλείει τη θλίψη και μια βαθιά αίσθηση της ματαιότητας, που εντούτοις τον ωθεί στο να αξιολογεί τη ζωή εκ νέου, με μια πλατιά, εποπτική ματιά.

Μια ιδιοφυής απλότητα
Τα τραγούδια του συνταιριάζουν τη λυρική αοριστία της διάθεσης με τη μουσική πλαστικότητα του στίχου, τη σκοτεινότητα του νοήματος με τη μελαγχολία του συναισθήματος και την ονειρική υφή των εικόνων με την ακριβή αποτύπωση μιας εμπειρίας: «Σαν το πουλί πάνω στο σύρμα  σαν τον πιωμένο σε μεσονύκτια χορωδία / προσπάθησα με τον τρόπο μου για την ελευθερία.» Διατηρώντας στη γλώσσα του το φυσικό τόνο της καθημερινής ομιλίας, καθώς και πολλούς από τους φραστικούς τρόπους της κουβέντας, δημιουργεί ένα ισχυρότατα υποβλητικό ποιητικό αποτέλεσμα: «Κι όταν θες να της πεις / ότι δεν έχεις αγάπη να της δώσεις / Τότε σε παίρνει στο δικό της μήκος κύματος / κι αφήνει το ποτάμι να απαντήσει.» Παράλληλα, αποφεύγει να «πεζοποιήσειτο ύφος του, επιτυγχάνοντας μουσικές αντιστοιχίες μεταξύ των πεζών λέξεων:

«Η αγάπη είναι μια φωτιά / που καίει τον καθένα / που όλους τους παραμορφώνει / είναι η δικαιολογία όλου του κόσμου / για το ότι είσαι άσχημος.» Πίσω, όμως, από την επιτηδευμένη απλότητα και αμεσότητα των συνθέσεών του κρύβονται οι συνδυασμοί των ιδιαίτερα απροσδόκητων συνειρμών. Πρόκειται για έναν ποιητή που διαθέτει την ξεχωριστή ικανότητα να συνταιριάζει εικόνες και σύμβολα από την παράδοση με τη δραματικότητα της καθημερινότητας.

Ο λόγος, βέβαια, για την ιουδαϊκή παράδοση, την εβραϊκή κληρονομιά που έχει διαποτίσει το υποσυνείδητο του Καναδού καλλιτέχνη με τα συνακόλουθα αισθήματα της ενοχής, της αμαρτίας και της λύτρωσης. Η ιουδαϊκή παράδοση είναι εμφανώς παρούσα, για παράδειγμα, στο περίφημο «Who by fire», τραγούδι βασισμένο σε έναν παλιό εβραϊκό ύμνο από το Γιομ Κιπούρ, την «Ημέρα της Συγχώρεσης των αμαρτημάτων του ανθρώπου προς το Θεό και τους ανθρώπους». Αλλά και στο «Various Ρositions» (1984) η θρησκευτική συνείδηση του Κοέν πλημμυρίζει εξ ολοκλήρου τα τραγούδια, τα οποία πλέον λειτουργούν ως προσευχές, με τον ίδιο να «ψάλλει» το δικό του «αλληλούια», στο ομώνυμο τραγούδι, που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία.

Πάντως, πέραν των θρησκευτικών του αναζητήσεων, ο συνθέτης υπήρξε σε όλη τη διαδρομή του εξεγερμένος απέναντι στους εξουσιαστές του καπιταλιστικού συστήματος: τις πολυεθνικές εταιρίες, τη μουσική βιομηχανία και την παγκόσμια οικονομία, που έχουν ως συνέπεια την κατευθυνόμενη ζωή. Ετσι, στο τραγούδι του «First we take Μanhattan» (1988) προτρέπει τον κόσμο να καταλύσει κάθε κέντρο απόλυτης εξουσίας, ενώ το 1992 κυκλοφορεί τον πιο πολιτικοποιημένο δίσκο του, με τίτλο The future, και δύο χρόνια αργότερα αποφασίζει να γίνει βουδιστής και χειροτονείται μοναχός. Αλλά το 1999 εγκαταλείπει το μοναστικό βίο, για να δημιουργήσει δύο ακόμα εξαιρετικούς δίσκους: Το Ten new songs (2001) και το Dear Heather (2004), στους οποίους και πάλι κυριαρχούν οι ποιητικές περιδινήσεις γύρω από το ασίγαστο ερωτικό πάθος, τη θλίψη του θανάτου και την αμυδρή έστω ελπίδα.

Η ιστορία συνεχίζεται
Σήμερα, 73 ετών, έπειτα από 15 άλμπουμ τραγουδιών, 10 ποιητικές συλλογές και 2 μυθιστορήματα, συνεχίζει να είναι εντυπωσιακά δημιουργικός και να απολαμβάνει μιας ευρύτατης αναγνώρισης μέσα από βραβεύσεις, τιμητικά άλμπουμ και ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του. Πρόσφατα, μάλιστα, κυκλοφόρησε μια αυτοβιογραφική συλλογή με ποιήματα και σχέδιά του υπό τον τίτλο Book of Longing, με την οποία για ακόμη μία φορά αποδεικνύει ότι ξέρει να υπεισέρχεται στην περιοχή της φωτιάς, χωρίς ωστόσο να καίγεται. Σε κάθε περίπτωση, εάν το ζητούμενο παραμένει η ακριβής περιγραφή της εμπειρίας μέσα από το ποίημα, μέσα δηλαδή από μια μουσική αντίληψη της γλώσσας που έρχεται να μας αποκαλύψει αυτό που υπάρχει μπροστά μας και δεν το προσέχουμε, τότε σίγουρα ο Λέοναρντ Κοέν θα ξεχωρίζει πάντα για την ιδιοφυή απλότητα με την οποία τελικά διερωτάται: «Πόσα φύλλα πρέπει να μαζευτούν για να καταγράψουν το θρόισμα του ανέμου;»

Δώρο
Μου λες πως η σιωπή είναι κοντύτερα στην ειρήνη απ τα ποιήματα αλλά αν για δώρο μου σου έφερνα σιωπή (γιατί την ξέρω τη σιωπή) θα λεγες: Μα αυτό δεν είναι σιωπή, είναι άλλο ένα ποίημα.

Και πίσω θα μου το δινες ξανά.

(μτφ. Ανδρέα Αγγελάκη)